Από χρώμα σε χρώμα.

Εκεί που καθόμουν μια ζεστή μέρα στα τέλη ενός καλοκαιριού, αποφάσισα -εντελώς ξαφνικά- σαν σφαίρα να διαπέρασε το κεφάλι μου, να πάω στο πράσινο. Πηγαίνοντας, φοβόμουν μήπως το μετάνιωνα, όμως είχα ήδη ξεκινήσει και θα ένιωθα χάλια αν γυρνούσα πίσω σαν δειλή. Στο πράσινο ήταν γαλήνια. Περνούσα ήσυχα και όμορφα και δε μου έλειπε τίποτα. Ένιωθα πλήρης, τουλάχιστον στην αρχή, ήμουν αυτό που θα μπορούσε κανείς να πει ευτυχισμένη. Θεώρησα πως αυτή δεν είναι κανονική ζωή και έτσι ένα πρωινό τα μάζεψα όλα και πήγα στο κίτρινο.

Στο κίτρινο τα πράγματα ήταν λίγο πιο επιθετικά από ό,τι περίμενα και έτσι δε μιλούσα πολύ. Συχνά αγχωνόμουν και έκλαιγα με λυγμούς στο μαξιλάρι μου για να μην ακουστώ στους γείτονες, οι οποίοι δεν ήταν και ιδιαίτερα φιλικοί. Πολλές φορές είχαμε διαπληκτιστεί, πιστεύω ότι ούτε και σε αυτούς άρεσε το κίτρινο. Παρ’όλα αυτά έμεινα εκεί για πολύ καιρό, καθώς μου άρεσε η μοναξιά και γιατί έτρωγα όποτε ήθελα και κοιμόμουν πολύ. Που και που ερχόταν κάποιος να με δει, όμως όχι πάντα για να μου κάνει καλό. Μου πήρε πολύ χρόνο για να φύγω από το κίτρινο, αφού έχασα τον εαυτό μου εκεί. Έτσι, άφησα τον εαυτό μου στο κίτρινο, μάζεψα όμως όλα τα υπόλοιπα και πήγα στο μπλε.

Στο μπλε ήταν ωραία. Είχε κόσμο πολύ, φιλικό και ευδιάθετο. Καμία σχέση με το κίτρινο! Βγήκα από το καβούκι μου αρκετές φορές και τους χαιρέτισα, όμως είχα αφήσει τον εαυτό μου πίσω στο κίτρινο, οπότε ήταν λίγο δύσκολο να τους κάνω φίλους. Έτσι, τους κράτησα απλώς για γνωστούς. Εκεί στο μπλε με περίμεναν κάνα δυο πολύ καλοί μπλε φίλοι -που άργησα να τους ανακαλύψω- και ένας κόκκινος εχθρός. Μετά από λίγο καιρό, φυσικά, εγώ είχα ήδη ετοιμάσει τα πράγματά μου για να πάω στο κόκκινο, όμως κάποιος εκεί μου έκλεισε την πόρτα και έτσι περίμενα από έξω μέχρι κάποιος να μου ανοίξει.

Όταν, λοιπόν, μετά από πολλά χτυπήματα μου άνοιξαν, έπεσα με τα μούτρα μέσα στο κόκκινο, σαν να ήταν τούρτα παγωτό. Εκεί έμαθα ότι πρέπει να φέρω λίγο από αυτό που είχα αφήσει στο κίτρινο και έτσι, πήγαινα κάθε μέρα και έφερνα από λίγο. Το κόκκινο ήταν ακριβώς ό,τι ήθελα! Περνούσα έντονα, αλλά και χαλαρά. Γελούσα και στεναχωριόμουν, έδινα και έπαιρνα. Τότε ήρθε μια μέρα που ένιωθα πως είχα μείνει ήδη καιρό εκεί. Ακόμη και το ίδιο το κόκκινο σιγά σιγά μου έδειχνε την έξοδο. Πριν καλά καλά καταλάβω τι συμβαίνει, το κόκκινο με έδιωξε με τις κλοτσιές, κρατώντας ό,τι είχα φέρει μαζί μου από την αρχή και ειδικά από το κίτρινο.

Μην έχοντας πού να πάω, κάθισα και σκέφτηκα τι ακριβώς χρειάζομαι για να φτάσω στο λευκό, που ήταν και ο επιθυμητός προορισμός, απλώς μάλλον ξέχασα να το αναφέρω. Μετά από πολύ ψάξιμο και πολλές εισόδους και εξόδους, κατάλαβα ότι χρειάζεται να πάρω πίσω ό,τι έχω αφήσει από εδώ και από εκεί και αφού περνούσα από όλα τα άλλα χρώματα θα έφτανα και στο λευκό. Το μαύρο όμως, ήταν παντού εκεί γύρω, τρομακτικό και όμορφο, ή μάλλον ό,τι πιο όμορφο είχα δει. Και έπρεπε να διαλέξω.

~Ṣiren~

 

 

©Siren, Topicαπ 7/2/18
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s