Λευκή Δίνη

…Και το σχήμα μου έμοιαζε να λιώνει, με εκείνον -για την ακρίβεια, με αυτόν- τον ποιο ενδιαφέροντα τρόπο. Οι κόμποι που στραγγάλιζαν τις πιο ακραίες γωνίες της σάρκας ή της σκέψης μου, που έκοβαν την ανάσα, τον παλμό, σφίγγοντας την όλη κυκλοφορία μου στον χώρο του σώματος, λύνονταν σαν υπό μεγάλες πιέσεις, χωρίς να σκιστούν, χωρίς να σπάσουν οι ροές που είχαν φράξει, αλλά διαλύονταν ανάπηροι, μουδιασμένοι, εξουθενωμένοι. Η κυκλοφορία δεν αποκαταστάθηκε αμέσως, όλα έλιωναν με μια γλυκιά ευαισθησία και έναν απαλό, παραγωγικό και λυτρωτικό πόνο. Κάπου μακριά η συνείδηση μου, ή κάποιος αντίλαλός της απ’ το κοντινό μέλλον, εξέπεμπε με μεγάλη ενεργητικότητα, σαν μια μουσική σε υψηλές νότες με γρήγορα και ποικίλως μεταβαλλόμενο ρυθμό, γαργαλούσε το προσωρινό μούδιασμα και προετοίμαζε με προσμονή, για την έκσταση. Δεν μπόρεσα να μην αφήσω ένα χαμόγελο να αναδυθεί στην λιωμένη επιφάνεια του εαυτού μου. Ναι, δεν μπορούσα να διακρίνω την μορφή μου από όλες τις υπόλοιπες, τα χρώματα, οι γραμμές, όλες αυτές οι υποδείξεις για το τι και πώς στεκόταν γύρω μου σε έναν συμπαγή χώρο, δεν ήταν παρά αρωματικές νότες στο ρευστό μείγμα όλου αυτού που τελικά συνειδητοποιούσα.

Και εκείνο το κοντινό μέλλον πλησίαζε. Δεν έμοιαζε πια να λιώνει, αποδομείτο, και τα κατάλοιπα συσσωρεύονταν σε εκείνη την επερχόμενη καύση, σαν όλο αυτό το ρευστό να περιδινούταν γύρω από μια άπατη τρύπα. Η εικόνα του εαυτού μου στο τραίνο, να κοιτά από το τζάμι την θάλασσα πέρα από την ακτή, να επιταχύνεται, να ακούει μουσική, να λούζεται σε ανεμπόδιστο ήλιο, να επιταχύνεται, ίσως εικόνα-ανάμνηση επενδυμένη με την αντανάκλαση μου στο τζάμι αυτό, είχε μια ξαφνική σημασία, βαρύτητα, επίκληση προσοχής. Ξαφνική όσο και να ήταν, δεν ανατάραξε την λυμένη μάζα που με χαρακτήριζε προς μια κατεύθυνση αναδιαμόρφωσης και στερεοποίησης, αντιθέτως, προσέφερε ακόμη περισσότερη διασκορπισμένη ενέργεια στο σύνολο. Σαν η θερμοκρασία να ανέβαινε, και η λάμψη του επερχόμενου μέλλοντος να αυξανόταν, τα είδωλα από το πού κατέληγε όλο αυτό με στοίχειωναν. Αν ξαναδενόμουν, θα δενόμουν σε ένα μεγάλο ολικό στραγγάλισμα, για το οποίο όλη αυτή η ροή αισθήσεων δεν ήταν παρά η απορροή της τελευταίας ελεύθερης ανάσας.

Τι ερχόταν; Γιατί καθυστερούσε; Ήξερα ή δεν ήξερα; Τι είδους τύφλωση είχαν την δυνατότητα να γίνουν οι ερωτήσεις. Αναρωτιόμουν, με ένα μικρό απόθεμα τάξης, ίσως να το σταματήσω όλο αυτό; Ίσως να διακόψω όλη αυτήν την ζάλη; Δεν ήθελα, όμως, να θυμηθώ σε πια πραγματικότητα θα ανασυρθώ, πού θα βρεθώ να κοιτώ την ζωή μου να κυλά σαν γυαλί που θρυμματίζεται, όλο και περισσότερο, και παρασύρεται από την βαρύτητα των άλλων πραγμάτων μακριά από την λαβή των χεριών μου. Κοίταγα ταυτόχρονα πια, την διάλυση, την ομοιογένεια, την άβυσσο, κάτω και το εκρηκτικό φως πάνω που καταβρόχθιζε κάθε ενέργειά μου.

~Ѻρέστης~

Photo by: despinaniki

 

 

 

©Ορέστης, Topicαπ 8/5/18

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s