Εργαζόμενοι και υπόδουλοι στην υποκρισία.

Καταπίνεις βιταμίνες κάθε μέρα για να βγάλεις τα 8ωρα. Ρουφάς καφέδες όλη μέρα για να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά και το μυαλό σου ξύπνιο. Γυρνάς τα βράδια με νεύρα, με ιδρωμένη πλάτη, με πρησμένα μάτια, με τρεμάμενα χέρια. Περιμένεις τα Σαββατοκύριακα σαν να είναι η λύτρωσή σου και τις άδειες σαν τον Παράδεισο μετά τον θάνατο.

Θέλεις να επικοινωνήσουμε, αλλά με τι διάθεση; Θέλεις να αναπνεύσουμε, αλλά με τι πνευμόνια; Σιωπηλός κινείσαι μέσα στο σπίτι, σιωπηλός στο δρόμο, σιωπηλός στα μπαρ. Στη δουλειά σου να μιλάς. Εκεί να είσαι ευτυχισμένος. Εκεί να παριστάνεις τον σίγουρο, τον ασφαλή, τον ευκατάστατο. Όλη μέρα να υποκρίνεσαι. Και όταν κλείνεις την πόρτα, στρίβεις το κλειδί και πιέζεις το χερούλι 2 ή και 3 φορές. Κλείδωσες; Τα κάνεις όλα μηχανικά πια.

Και αφού γυρίσεις την πλάτη και έχει τελειώσει το μαρτύριο είσαι ελεύθερος να είσαι ξανά εσύ. Αλλά ποιος είσαι, θυμάσαι; Το να είσαι εσύ νομίζεις ότι σημαίνει μόνο να μην παριστάνεις ευτυχία. Το να είσαι εσύ για 3 ώρες είναι δύσκολο όταν δεν είσαι εσύ για 8. Σκύβεις το κεφάλι, μπαίνεις στο λεωφορείο, χτυπάς το εισιτήριο, βάζεις ακουστικά. Όλα με τη σειρά τους, όλα καλά. Γκρινιάζεις που δεν υπάρχει κενή θέση, γκρινιάζεις για την κίνηση. Όλα από μέσα σου, φυσικά. Γιατί ποιος θέλει έναν μίζερο για φίλο, ή για σύντροφο ή για υπάλληλο;

Φτάνεις στο σπίτι, πετάς με αγανάκτηση τη στολή του υποκριτή και κάνεις όσο πιο σύντομα μπορείς ένα μπάνιο. Μη σου φάει και πολύ χρόνο από τον πολύτιμο που έχεις για να είσαι εσύ. Δε θες να μιλήσεις, δε θες να βγεις, μην τυχόν χρειαστεί πάλι να υποκριθείς ευημερία, πόσο μάλλον και χωρίς πληρωμή. Και όταν έρχεται αυτή η πληρωμή… Αυτή που τόσο καρτερικά περιμένεις και αυτή που εξαιτίας της υπομένεις τόσα… Χαίρεσαι για μια στιγμή, ξεχρεώνεις ό,τι έχεις μα τι να κάνεις τα υπόλοιπα; Ρούχα και παπούτσια, να τα δει ποιος; Βόλτες και ταξίδια, ποια μέρα ακριβώς σου περισσεύει; Εκπαίδευση; Έχεις παρεκκλίνει πια από τέτοιους στόχους.

Έτσι, συνεχίζεις να αναλώνεσαι κάθε μέρα προκειμένου να επιβιώνεις. «Κι όλα αυτά για να μπορώ και να ανασάνω στη σκιά ενός πλατάνου μες στα τσιμεντένια κτίρια». Χωρίς χαρά τελικά, χωρίς χρόνο, χωρίς λεφτά και χωρίς κότσια. Γιατί κότσια θέλει για να πας στην απέναντι πλευρά, αν έχεις τα χέρια σου σταυρωμένα.

Και έλα που δεν την ξέρεις. Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σε χαρούμενο περιβάλλον γιατί είναι οι ίδιοι ευδιάθετοι όταν πηγαίνουν στη δουλειά τους. Έτσι, δεν έχουν το κεφάλι τους φούσκα όταν γυρίζουν στο σπίτι και έχουν διάθεση και για ποτό να πάνε και με τους φίλους τους να μιλήσουν, και να σου πω και το περίεργο, χωρίς να υποκρίνονται. Και μόλις πληρωθούν ξέρουν ακριβώς πώς θα πιάσουν τόπο τα χρήματά τους γιατί έχουν καθαρό μυαλό, γιατί ξέρουν τι θέλουν. Κι αυτοί μηχανικά φτιάχνουν καφέ και πλένουν τα δόντια τους, μη νομίζεις. Κι αυτοί ρουτίνα έχουν. Μα όχι μαύρη. Γιατί έχουν λύσει τα χέρια τους και πλάθουν τη μέρα τους ανάλογα με αυτά τα χέρια.

~Ṣiren~

Photo by: despinaniki

 

 

©Siren, Topicαπ 11/7/18

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s