Άνθρωποι που στέκονται μπροστά από τις πρωινές φυλλάδες. Περισσότερη προσήλωση και από φίλαθλους μπροστά από οθόνη στη διάρκεια του παγκοσμίου κυπέλλου.
«Η Κόλαση του Δάντη»
«Στάχτη η Αττική»
«Πύρινη Κόλαση»
«Εφιάλτης χωρίς τέλος»

Όλοι αυτοί οι τίτλοι κοσμούν σε πορτοκαλί χρώματα τα εξώφυλλα των εφημερίδων, καθώς ο ουρανός θρηνεί σε γκρι χρώματα και ο κόσμος περπατά πιο σκυφτός από ό,τι συνήθως. Μουντάδα παντού. Εκτός αν μόνο εγώ το έβλεπα έτσι, καθώς άνθρωποι κατέβαιναν από τις χιλιοκαμένες περιοχές και ερχόντουσαν στο χώρο εργασίας μου την προηγούμενη νύχτα για να πάρουν ένα νερό και προμήθειες για το βράδυ.

«Μένω στα  ΚΑΑΥ του Αγίου Ανδρέα και δεν ξέρω αν το σπίτι μου υπάρχει ακόμα» ξέσπασε μια γυναίκα καθώς της έδινα τον καφέ της για να περάσει τη νύχτα, λες και η αγωνία της δεν ήταν αρκετή για να την κρατήσει ξύπνια. Κάπου εκεί τα ήδη κόκκινα μάτια της άρχισαν να δακρύζουν. «Δεν μπορώ να πάω, έχω το παιδί μαζί μου. Φοβάμαι. Τι να κάνεις, μωρό μου, θα δούμε τι θα γίνει. Να ‘σαι καλά».

Επόμενη πελάτισσα: μπαίνει αλαφιασμένη, με κοφτές ανάσες. Χαμένη κάπου στο άπειρο, χωρίς να παραπονιέται. Μόνο η αναπνοή της να φορτίζει την ατμόσφαιρα. «Έρχομαι από τις πυρκαγιές» μου λέει και τη ρωτάω αν οι δικοί της και το σπίτι της είναι καλά. «Δεν ξέρω. Άστα να πάνε.  Ιδέα δεν έχω τι θα γίνει» λέει κοφτά, με την ίδια ανάσα. Δεν θα έμενε σπίτι της, σαφώς. Θα τη φιλοξενούσε κάποιος εκεί γύρω, στα Βόρεια προάστια.

Ένας άλλος γνωστός πελάτης, έφτασε ανήσυχος κατά τις έντεκα το βράδυ. Το εξοχικό του βρισκόταν στις φλεγόμενες περιοχές. Έφτασε στον τόπο της τραγωδίας, μα δεν κατάφερε να φτάσει σπίτι του. Δεν τον άφησαν να περάσει. Δύο σπίτια παρακάτω από το δικό του είχαν ήδη τυλιχτεί στις φλόγες. «Ξεκίνησε από μερικά καμμένα κλαδιά» είπε «και θεώρησαν ότι θα σβήσει μόνη της». ΕΤΣΙ ΕΙΠΑΝ. Μα κανείς δεν την έσβησε, ούτε ξεθύμανε μόνη της.

Κρατώντας τη μικρή μου αδερφή από το χέρι και προσπερνώντας ένα ένα τα περίπτερα με τα πορτοκαλί εξώφυλλα, την ακούω να μου λέει με εκείνη την παιδική αθωότητα: «Αν δεν υπήρχαν τόσο κοντά μας οι φωτιές, θα είχε χαρούμενο καιρό» και κοιτάζει πάνω, στον ουρανό. «Μικρό μου, αν ο άνθρωπος δεν ήταν τόσο ηλίθιος, θα υπήρχε μια χαρούμενη ανθρωπότητα» της απάντησα.

Τη στιγμή που το συμφέρον προσπερνά τις ανθρώπινες ζωές και τίθεται υπεράνω αυτών, δεν μπορούμε να μιλήσουμε καν για κτηνωδία. Διότι στο ζωικό βασίλειο, τέτοιες συμπεριφορές δεν θα δεις. Μάντεψε. Το πιο «έξυπνο» ζώο είναι το πιο τραγικά άμυαλο. Είναι το μόνο που καταστρέφει έμμεσα τον εαυτό του για μια χούφτα ψωρόχαρτα. Εξόριξε, λοιπον, το βοξυτη σου, απληστε ανθρωπάκο, καψε τις ανεμογεννήτριες. Φτιαξε τη μεζονέτα σου, με θέα την καμμένη γη και τη χαμένη ανθρωπιά σου.

Α, και πού ‘σαι… «Το τελευταίο δέντρο κράτα το για να κρεμαστείς»

~Ṃαίρη ₮ζέιν~

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: