Ζώντας το αναπάντεχο.

Όλα για ένα λόγο γίνονται. Τίποτα δεν είναι τυχαίο κι όμως όλα μπορεί να συμβαίνουν αναπάντεχα. Αναπάντεχο, σαν ορισμός μπορεί να είναι ένα πρόσωπο, ένα γεγονός που πιθανότατα διαδραματίζεται χωρίς  κανένας να μπορεί να το προβλέψει ή να το φανταστεί.  Σαν τα συναισθήματα. Δημιουργούνται ακόμα και όταν η λογική σου συνδράμει στην απογείωση σου. Συναισθήματα που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν και όταν έρχεται η λογική και σου το επιβεβαιώνει, το αναπάντεχο παίρνει μορφή, σάρκα και οστά και σε ωθεί σε ένα μονόδρομο που στην συνέχεια θα το λατρέψεις. 

«Μπαίνω σαστισμένη μέσα στο μπαράκι, που είχα κανονίσει με την παρέα, αργοπορημένη, ξανά. Τους χαιρετάω έναν-έναν. Είχαν φέρει και έναν  παλιό τους φίλο που δεν γνώριζα. Απλώνει το χέρι και μου συστήνεται ως Αλέξανδρος, αμέσως το ίδιο κάνω και εγώ  προφέροντας πιο δυνατά το όνομα μου λόγω της φασαρίας. Ένα κύμα ζεστασιάς άγνωστης με δόση οικειότητας με διαπέρασε. Ανταλλάξαμε κουβέντες αρκετές στο πέρας της «βασανιστικής», με πολλή τεκίλα, νύχτας. Ένιωθα ότι τον γνώριζα ήδη.

Το να μην μοιράζομαι πολλά με ένα τύπο που μόλις γνώρισα ήταν κάτι συνηθισμένο, αλλά όχι το ίδιο και εκείνο το βράδυ.  Η αντίθετη λέξη του συνηθισμένου είχε πάρει πλέον την θέση της και εγώ  δεν είχα αντιληφθεί τίποτα. Το μέλλον ήταν κάπως περίεργο για τα δεδομένα τα δικά μου. Ωστόσο, την οικειότητα με τον Αλέξανδρο την ασπάστηκαν και οι υπόλοιποι,  τελικά έγινε ένα με την παρέα. Ακολούθησαν κι άλλες βραδιές με πολύ ποτό και την παρέα να ξεσαλώνει ανελέητα. Ώσπου ένα βράδυ ξαπλώνω μεθυσμένη με τα ρούχα στο κρεβάτι και κοιτάω το βαμμένο μπεζ ταβάνι μου. Και η λογική παρατήρηση των συναισθηματικών μου πράξεων και σκέψεων, έβγαλε την απόφαση ότι κάτι δεν πάει καλά -ή μάλλον αφαιρέστε το «δεν»… κάτι πήγαινε πάρα πολύ καλά και εγώ το αντιλαμβανόμουν αρκετούς μήνες αργότερα. Το επόμενο πρωί είχαμε κανονίσει να πάμε για καφέ αλλά δεν είχα διάθεση να μιλήσω ιδιαίτερα.

Κι έτσι όπως άπλωνε το χέρι του να ακουμπήσει το τσιγάρο στο τασάκι, η παρατήρηση ήταν ένα γλυκό αδιέξοδο. Με κοίταξε και με ρώτησε χαλαρά τι νέα έχω να του πω.
Φευγαλέα νευριασμένη με την παρατηρητική μου τάση του απάντησα: «Τίποτα». Και τότε ήταν που τα πάντα στο μυαλό μου συνωμοτούσαν πανηγυρικά εναντίον μου. Συνηθίζω να παρατηρώ τους ανθρώπους, αλλά όχι λεπτομερώς. Δεν υπάρχει λόγος να το κάνω!

Χαμογελώντας μου αναφέρει ότι την προηγούμενη μέρα ήπιαμε όλοι λιγάκι παραπάνω και γι’ αυτό πιθανόν να μην έχω όρεξη να μιλήσω. Χαμογέλασαν και τα μάτια του τότε. Και εγώ το παρατήρησα. Αμυντικά σηκώνομαι και τους ανακοινώνω ότι φεύγω, διότι κάτι -και καλά- είχε προκύψει. Φυγή. Ένιωθα πως αν απομακρυνόμουν από εκείνον θα είχε ως συνέπεια την απομάκρυνση των παρορμητικών σκέψεων  που με τριβέλιζαν τόσο όσο τον κοιτούσα, όσο και όταν παρακολουθούσαμε ταινίες με την παρέα. Και οι μήνες πέρναγαν και εγώ συνέχιζα να πείθω τον εαυτό μου ότι μια άρτια διαχείριση συναισθημάτων δέσποζε, αλλά μάταια. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι απλά η απόκρυψη από μένα, η φυγή και ο φόβος κατέστρεφαν μια έλξη ιδιαίτερη μέχρι που άνοιξε το στόμα του και μου είπε να αδράξουμε το φόβο μας και να τον μετατρέψουμε σε όνειρα.  Ένα αναπάντεχο, αμοιβαίο όνειρο, με το δικό μου φόβο της μη ολοκληρωτικής υλοποίησης να με διώχνει μακριά. Αλλά όχι για πολύ…


Âναστασία

Photo by: M.J


 

 

 

 

 

©Αναστασία, Topicαπ 1/9/18
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s