Ο ήλιος πότε θα βγει…;

Ξύπνησα το πρωί, η ώρα 7 και κάτι. Άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα για λίγο κατάματα τους δύο άνδρες που ξημεροβραδιάζονταν έξω από το σπιτικό μας. Οι ίδιες γνώριμες φιγούρες, κάθε μέρα, εδώ και μήνες. Με την επιβλητική στολή τους, τις βαριές και ασήκωτες αρβύλες τους, και κάτι γελοιοδέστατα καπέλα, για να στολίζουν το αδειανό κεφάλι τους. Κάποιοι άνδρες, ίδιοι σχεδόν με δαύτους, συνέλαβαν προχτές την γειτόνισσα, με τα δύο παιδιά της. ‘’Κομμουνιστές είναι, ακούτε όλοι; Έτσι καταλήγουν οι κομμουνιστές!’’ φώναζαν στο δρόμο ειρωνικά για να το ακούσουμε όλοι, και μετά γελούσαν βαριά, μέσα από τα σωθικά τους, μα δεν γελούσε κανείς άλλος… Πήγα και εγώ να ετοιμαστώ για να πάω στη Νομική. Εγώ ήμουν ήσυχη πολύ και υπάκουη. Θυμάμαι τους γονείς μου να μου λένε ‘’ Πρόσεχε Μαρία μου, μη μιλάς εκεί που δε σε παίρνει, αφού βλέπεις βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση.’’ Και έτσι και έκανα.

 

Η αδερφή μου από την άλλη, η Κατερίνα, που ήταν το πολύ δυο χρόνια μεγαλύτερη, ήταν ατίθαση, επαναστάτρια. Τη θυμάμαι να αντιγυρίζει στη μάνα μου και να λέει ‘’ Δεν έχουμε την πολυτέλεια να μη μιλάμε μάνα, αν όχι εμείς, τότε ποιος;’’ Δεν περίμενε απάντηση και έκλεινε την πόρτα του σπιτιού με δύναμη τρέχοντας για να πετάξει προκηρύξεις. Γυρνούσε αργά τα βράδια στο σπίτι και ενώ εγώ μισοκοιμόμουν, αυτή μου αφηγούνταν τις νύχτες με τους συντρόφους της, όπως τους αποκαλούσε. Κάποιες νύχτες γέμιζαν τους τοίχους με κόκκινα συνθήματα στα κρυφά, ενώ άλλες τύπωναν κείμενα και κρεμούσαν πανό σε μέρη που θα τα έβλεπε όλος ο κόσμος. Μια- δυο φορές είχαν φάει και ξύλο, αλλά κανείς από τους συντρόφους δεν πτοούνταν, και σίγουρα όχι η αδερφή μου.

Περνούσαν οι μέρες και οι μήνες και δεν άλλαζαν πολλά. Μια νύχτα όμως που περιμέναμε την Κατερίνα, αυτή δεν ήρθε ποτέ και το πρωί, νωρίς νωρίς, μάθαμε πως την είχανε συλλάβει. Μετά από λίγες ώρες ήρθαν στο σπίτι μας αστυνομικοί, μπήκανε μέσα φουριόζοι και μας πέταξαν απέξω. Κάνανε το σπίτι φύλλο και φτερό μέχρι να βρούνε κάτι που να αποδείκνυε ότι η Κατερίνα ήταν αντιστασιακή. Τα ‘χε κρύψει όλο τόσο καλά όμως, που το μόνο που βρήκαν ήταν μια προκήρυξη, γεμάτη ελπίδα, που είχε ξεπέσει κάτω από το γραφείο της.

Τότε μας πήραν όλους για ανάκριση. Βρισκόμουνα έξω από το δωμάτιο στο οποίο ανέκριναν τη μητέρα μου. Δεν άκουγα πολλά γιατί την είχαν φιμώσει, με άφηναν όμως επίτηδες να βλέπω από το παραθυράκι της πόρτας. Τα μπράτσα της μάτωναν σιγά σιγά, από το σίδερο με το οποίο την χτυπούσαν, το πρόσωπό της ίσα που μπορούσα να το δω, γιατί το κεφάλι της έγερνε προς τα κάτω, διέκρινα όμως μελανιές και γδαρσίματα. Βρίσκονταν δύο άντρες από πάνω της και όταν εκείνη δεν απαντούσε την χτυπούσαν με το σίδερο. Δεν άντεξε για πολύ και μετά από λίγο βρέθηκε λιπόθυμη στο πάτωμα του κελιού. Εγώ ούρλιαζα απέξω, σπάραζα, τα δάκρυα μου τρέχανε ποτάμια, μα ποιος να με ακούσει και ποιον τον ένοιαζε…

Με έπιασαν δύο άντρες βίαια από τους ώμους, αδιαφορώντας για τις τσιρίδες μου και με πήγαν στο κελί όπου βρισκόταν η αδερφή μου. Μόλις αντίκρισα την Κατερίνα, σχεδόν δεν την αναγνώρισα. Ήταν παραμορφωμένη, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της δύσκολα τα διέκρινε κάνεις, από τα αίματα και τις μελανιές, τα χέρια της δεμένα και στα σχοινιά πάω να τρέχει αίμα, ένας Θεός ξέρει από πού. Της είχαν ξεριζώσει κάποιες τούφες από τα μαλλιά της, οι οποίες βρίσκονταν πεταμένες στο πάτωμα. Την κλωτσούσαν και την έβριζαν με χυδαίες εκφράσεις μέχρι να ομολογήσει. Ήθελα να γυρίσω το κεφάλι μου από την άλλη, δεν άντεχα να την κοιτάω, μα δεν με άφηναν, δύο αστυνόμοι μου κρατούσαν το κεφάλι για να βλέπω την αδερφή μου να πονάει και να πονάω και εγώ. Μα η Κατερίνα εκεί, βράχος, δεν μίλαγε. Ήταν η πρώτη φόρα που η αδερφή μου δεν μίλαγε. Την πήραν από το κελί, και την πήγαν κάπου αλλού, δεν μας είπαν πού, άλλα ήξερα μέσα μου ότι αυτό το ‘’αλλού’’ σίγουρα θα ήταν χειρότερο. Καθώς έβγαινε από την πόρτα, με τη συνοδεία δύο φασιστών με κοίταξε κατάματα, χωρίς ούτε ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό της και μου ψιθύρισε ‘’ Εσύ μικρή, εσύ πρέπει να συνεχίσεις… Και να προσέχεις.’’ Και έφυγε.

Μία βδομάδα μετά μάθαμε από το ραδιόφωνο για το θάνατό της. Αυτοκτονία τον ονόμασαν. Ότι -δήθεν- πήδηξε από την ταράτσα. Μα όλοι ξέραν την αλήθεια και κανείς δε μιλούσε… Έκτος από εμένα. Η μάνα μου πλάνταζε κάθε βράδυ στα κλάματα και εγώ έβγαινα κρυφά έξω να συνεχίσω αυτό που άφησε η Κατερίνα. Πολλές φορές άκουγα ιστορίες για την αδερφή μου από όσους συντρόφους της είχαν απομείνει ζωντανοί. ‘’Τίποτα δε φοβόταν η αδερφή σου, Μαρία μου, θηρίο ανήμερο ήταν. Tης μοιάζεις πολύ.’’ Καλύτερο κοπλιμέντο δεν είχα ακούσει στη ζωή μου. Κάθε βράδυ προσευχόμουν να της έμοιαζα έστω και λίγο… αλλά μάλλον όχι.

Οι μήνες περνούσαν σιγά και βασανιστικά, και έφτασε Νοέμβρης. Ήρθε η μεγάλη εξέγερση. Στις 14 ξεκίνησε η κατάληψη στο Πολυτεχνείο. Μαζευτήκαμε τόσο φοιτητές όσο και σπουδαστές, όλοι εκεί, για την ελευθερία μας. Εγώ ήμουν εκεί δύο φορές: μία για την δική μου ελευθερία και μία για την δική της. Προσπάθησαν τα πρώτα βράδια να μπουν μέσα, μα δεν τα κατάφεραν. Δίναμε δύναμη τότε, ήμαστε αυτοί που εμψύχωναν τον λαό. Άρχισαν σιγά σιγά να αυξάνονται οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια και οι διαμαρτυρίες ενάντια στο καθεστώς της Χούντας. Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου αποφασίστηκε από την κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρέμισε την κεντρική πύλη. Από εδώ και μετά δεν έχω να πω πολλά. Τα περισσότερα είναι γνωστά, τα ξέρετε. Χάθηκαν τότε πολλοί σύντροφοι της Κατερίνας και πλέον και δικοί μου. Για την ιστορία, όμως, εγώ επέζησα. Στο τέλος βλέποντας τη λέξη ελευθερία να μας πλησιάζει σιγά σιγά, να έρχεται ολοένα και πιο κοντά μας, αναρωτήθηκα: ‘’ Βρε μπας και μοιάζω τελικά στην Κατερίνα;’’.

Παρόλο που είναι ακόμη νωρίς για να τιμήσουμε την επέτειο του Πολυτεχνείου, έτυχε την προηγούμενη εβδομάδα να βρεθώ σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα, με θέμα «Γυναίκες και πολιτική» και να παρακολουθήσω το ντοκιμαντέρ «Τα κορίτσια της βροχής», της Αλίντα Δημητρίου. Το ντοκιμαντέρ αυτό ουσιαστικά αποτελείται από μαρτυρίες γυναικών, οι οποίες βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν κατά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών της περιόδου 1967-1974. Με άφησε τόσο σαστισμένη, που μου ήταν αδύνατο να μην αφιερώσω το σημερινό κείμενο σε αυτό. Θεωρώ πως όσοι δεν έχετε παρακολουθήσει το ντοκιμαντέρ είναι καλό -για να μην πω αναγκαίο- να το παρακολουθήσετε, και είναι σχεδόν επόμενο ότι θα αλλάξει τον τρόπο που βλέπετε τη ζωή.


Ӎαρίζα

Photo by: Panagiotis Vikatos


 

 

 

 

©Μαρίζα, Topicαπ 10/11/18
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s