Με είδα, με μέτρησα και βγήκα λίγος. Με σύγκρινα με άλλους και βγαίνω πάντα λιγότερος. Με ζύγισα και δεν ανταποκρίνομαι στην αξία που μου προσάπτω δημόσια. Ντράπηκα για την εικόνα που δείχνω. Ντράπηκα, καθώς θεώρησα πως είμαι ένας ψεύτης, πως κοροϊδεύω τον κόσμο, τους άλλους. Εμένα. Με έκρινα με τα πιο σκληρά κριτήρια, με όρισα δικαστή και με καταδίκασα. Μου απήγγειλα ποινή. Ποινή που αξίζει σε εκείνον που εξαπατά. Σε εκείνον που δεν μπορεί να κρυφτεί από την ενοχή του, αλλά και που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτή. Μια ποινή που επιθυμώ διακαώς να εκτίσω, να τιμωρηθώ, να εξιλεωθώ.

Με έκρυψα καλά, να μη με βλέπω. Όποιος με είδε, τον κατηγόρησα για ψεύτη. Με στόλισα με του κόσμου τα στολίδια να μη δει κανείς την ασχήμια μου. Με έλουσα με αρώματα, μην τυχόν και πιάσει κανείς τη μυρωδιά της αποσύνθεσης των σκοτωμένων ονείρων. Με φωτογράφησα ιδανικά κι έδειχνα αυτή τη φωτογραφία κάθε φορά που κάποιος με ρωτούσε, «ποιος είσαι»;

Με φόνευσα συνειδητά. Με θρήνησα σε ανύποπτο χρόνο, όταν νόμιζα πως για κάποιον «άλλο» έκλαιγα. Έναν καταδικασμένο έρωτα που είχα για τον εαυτό μου, τον εκπλήρωσα μέχρι το θλιβερό τέλος. Πίστεψα πως το είδωλο είναι η αλήθεια κι άφησα εκείνο να ζει για εμένα. Να ζει τη ζωή μου ή αυτό μου ονόμασα ζωή. Κάθε σημάδι για Ανάσταση το έθαψα καλά. Ήταν βολικά μέσα στον τάφο. Ήταν βολικά να παρακολουθώ κάποιον άλλο να ζει τη ζωή μου για μένα, όσο ξάπλωνα ήσυχα ήσυχα, χωρίς ευθύνες. Είχα αφήσει έξω μονάχα ένα μικρό κομμάτι δεμένο με ένα νήμα, να θυμίζει πως είμαι εγώ, να με κρατάει ενωμένο με τη ζωή. Αν τυχόν ήθελα ποτέ να ξαναγυρίσω σε εκείνη.

Μια μέρα άκουσα από εκεί βαθιά, που ήμουν κρυμμένος, μια φωνή. Μια γλυκιά φωνή, μια μελωδία. Ποιος με ενοχλεί τώρα μέσα στην ησυχία μου; Ποιος με βλέπει εδώ που είμαι; Να είναι μήπως ο Θεός; Ένιωσα το νήμα που με ένωνε με τη ζωή να τραβάει, να κουνιέται ανεξέλεγκτα. Φοβήθηκα πως χάνω τον πολύτιμό μου έλεγχο. Πανικοβλήθηκα. Τι ωραία που ήταν στην ησυχία! Καθόλου δεν ήθελα να ενοχληθώ. Όποιος κι αν είναι θα φύγει, σκέφτηκα. Κι αποφάσισα να κάνω υπομονή και να μη ρισκάρω την ησυχία μου για ένα ψήγμα ελπίδας. Πόσοι και πόσοι ήλπισαν και οδηγήθηκαν στην καταστροφή!

Αλλά δεν έφυγε. Ούτε σταμάτησε. Συνέχισε μέχρι που ζαλίστηκα από το ταρακούνημα. Μέχρι που το σώμα μου έτρεμε και τα αυτιά μου βούιζαν. Αναγκάστηκα να βγω, να πάρω λίγο αέρα. Τυφλώθηκα από το Φως! Ζεστάθηκα, εθίστηκα στη λάμψη του. Έκανα μικρά και ασταθή βήματα, αποκρινόμενος από τον τάφο. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να μην ξαναγυρίσω ποτέ. Περπάτησα πιο σταθερά τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

«Προχώρα!», βρόντηξε η Φωνή.

«Μα φοβάμαι!» αποκρίθηκα.

«Δεν πειράζει, προχώρα!».

«Υπόσχεσαι να με προσέχεις όμως;»

«Υπόσχομαι»

Και προχώρησα ευθεία προς το φως. Και κάπου στο τέλος είδα να με περιμένει κάποιος που μου φάνηκε γνωστός. Είδα εμένα.


ℂarrie

Photo by: Panagiotis Vikatos


 

 

 

 

 

 

©Carrie, Topicαπ 13/11/18
Advertisements

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Μια Εξομολόγηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: