Σαν παιδί ακόμα, θυμάμαι να αγναντεύω έξω από την αίθουσα στο Δημοτικό μου σχολείο, τον γαλάζιο ουρανό, τα μικρά έλατα, τα άσπρα σύννεφα, τον μεγάλο πλάτανο της αυλής και να σχεδιάζω την απόδρασή μου. Έχοντας ήδη αφομοιώσει τέλεια τις ελάχιστες λεπτομέρειες της σχολικής μου τάξης, ήθελα να βρεθώ έξω, να περπατάω και να τρέχω νιώθοντας τον αέρα στο πρόσωπό μου, να ακούω και να οσμίζομαι και να βλέπω και να γεύομαι νέους ήχους και νέα αρώματα και νέες εικόνες και νέες αισθήσεις στην ατμόσφαιρα.

Έξι χρόνια αργότερα, και επέστρεψα στην ίδια σχολική αίθουσα και κατέρρευσα όταν μέσα μου επανήλθε η ονειροπόλος αίσθηση του να ελπίζω στην διαφυγή από το παράθυρο. Μια φωτογραφία της τάξης ήταν κρεμασμένη πλάι στο τζάμι. Πρόσωπα άγνωστα, μα τόσο οικεία μέσα στην αθωότητα και την ανεμελιά τους, μετασχηματίζονταν μέσα από τα δάκρυά μου στις διάφορες μορφές των παιδικών μου χρόνων. Δεν επιθυμούσα τίποτα περισσότερο από το να κλείσω τα πρησμένα μάτια μου και όταν τα ανοίξω ξανά, να αντικρίσω τις άπειρες λεπτομέρειες της σχολικής μου τάξης.

Και τώρα, στις δύσκολες ώρες αναρωτιέμαι: γιατί επιθυμούσα τόσο έντονα να αποδράσω από τα όσα έζησα στην παιδική μου ηλικία; Πόσο ανόητος ήμουν, μέσα στην άγνοιά μου… Εκ των υστέρων εύχομαι να έμενα λίγο παραπάνω σε εκείνα τα χρόνια. Μα, πόσο παραπάνω; Υπάρχει κατάλληλη στιγμή για να αφήσει κάποιος πίσω του τα παιδικά του χρόνια; Πάντα ο χρόνος, βίαιος και αδιάφορος θα μας παρέσερνε απότομα σαν τον Αχέροντα, αφήνοντάς μας να παλεύουμε για να βγάλουμε νόημα με τις νεοαποκτηθέντες γνώσεις μας σχετικά με τις ευθύνες μας, την σκληρή και αδιάφορη φύση του σύμπαντός μας, την ανουσιότητα της ύπαρξής μας.

Όλες τις νύχτες που εύχομαι να ήμουν ξανά παιδί, που εύχομαι να μπορούσα να αποδράσω από το παρόν και να πραγματοποιήσω το αδύνατο, μπορώ να ακούσω τις φωνές όλων των ανθρώπων που δεν επιθυμούν τίποτα περισσότερο από το να αποδράσουν από την παρούσα ζωή που τους φυλακίζει. Σε άδεια δωμάτια, ψίθυροι επαναλαμβάνουν με ευλάβεια ιδανικούς κόσμους στους οποίους ποτέ δεν ακούστηκαν, λυγμοί μετάνοιας και απώλειας τρυπούν τις καρδιές όλων των ανθρώπων, ουρλιαχτά προέρχονται από όλους όσους αντίκρισαν στιγμιαία έναν κόσμο έξω από την προσωπική τους φυλακή.

Και κάθε νύχτα, τελικά, όλο και κάποιοι θα αποδράσουν. Πνιγμένοι στον καπνό και στα πάθη τους, προσπαθούν να προσεγγίσουν τους ιδανικούς κόσμους σε μικρά δωμάτια, προσπαθώντας να αναβιώσουν την ουσία της χαμένης νεότητος.

Και μερικές φορές, την ύστατη ώρα, στην ήσυχη γειτονιά αντηχεί ο ήχος ενός πυροβολισμού, η ατμόσφαιρα γίνεται βαριά σαν μολύβι και μυρίζει μπαρούτι, και όλοι γνωρίζουν ότι για μια ακόμα φορά κάποιος επέλεξε την πιο άδικη απόδραση.


Ѧλέξανδρος

Photography credits: Mary Zacharaki


 

 

 

 

 

©Αλέξανδρος, Topicαπ 1/4/19
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: