Εσωτερική μεταστροφή.

Τα πρωινά το σώμα μου είναι πιο βαρύ.
Αόρατες αλυσίδες με δένουν στο κρεβάτι, ενώ θαμποί ψίθυροι φωτός φτάνουν στα βλέφαρά μου μέσα από τα στόρια του παραθύρου για να μου θυμίσουν πως η ζωή είναι έξω.

Σέρνω το κορμί μου μέσα στο πλήθος και οι αλυσίδες σέρνονται πιο πίσω, δημιουργώντας ένα μονοπάτι από ατσάλι. Είναι πιο χαλαρές πλέον στους καρπούς μου, όμως το ίδιο βαριές.

Κάποιος με σκουντάει στο δρόμο καταλάθος και γυρίζω να δω ένα πρόσωπο γνωστό που όμως λείπει από την μνήμη μου. Μου λέει πως έχει καιρό να με δει, και πως είναι πολύ περίεργο που κατάφερα να μείνω ίδια. Με ακουμπάει με ένα χάδι γεμάτο πόνο και μου λέει πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, αψηφώντας τα λεγόμενα του.

Κατηφορίζω προς την θάλασσα με τον ήχο των κυμάτων για οδηγό και η ψυχή μου φτερουγίζει για την ελευθερία που νιώθει πως κοντεύει. Μα σαν φτάνω κοντά στα βράχια, σαν τα γυμνά μου πόδια σχεδόν γεύονται την αλμύρα, οι αλυσίδες σφίγγουν. Είναι η ώρα να επιστρέψω στο κελί μου.

Τώρα πια ασφαλής στο άσπρο των τειχών του σπιτιού μου, στο μαύρο των τειχών του μυαλό μου, παρακολουθώ καθώς η ζωή περνά από μπροστά μου και εγώ την χάνω.
Σαν το πρώτο τρένο που κλήθηκα να πάρω και το άφησα να με προσπεράσει, αφήνοντας με σε μια πραγματικότητα που δεν μπορώ να επιζήσω.

Κλαίω με λυγμούς για την ζωή που έφτιαξα, οι αλυσίδες μου η μόνη μου συντροφιά καθώς τα τείχη κλείνουν γύρω μου ξανά. Το σώμα μου ελαφρύ πλέον, καθώς επιπλέει κενό στην παλίρροια των σεντονιών που με τόση οργή και ευλάβεια ύφαναν οι σκέψεις.

Το επόμενο πρωινό νιώθω το κορμί μου πιο βαρύ, τις αλυσίδες μου όμως λυμένες. Στην θέση τους είναι χέρια που με τραβάνε από την μιζέρια μου, και με σπρώχνουν έξω από τα τείχη. Έξω στον κόσμο.

Περπατάω μέσα στο πλήθος και όταν κοιτάω πίσω μου δεν υπάρχει ένα μονοπάτι, αλλά χίλια. Το ποιο θα ακολουθήσω επιλογή δική μου.

Βρίσκω τον ίδιο γνωστό άγνωστο και βλέπω μέσα στα μάτια του την έκπληξη, και έπειτα κοιτάω καλύτερα και βλέπω εμένα. Διαφορετική από αυτό που ήμουν χθες, διαφορετική από αυτό που θυμάμαι κάποτε να είμαι. Το πρόσωπό του συσπάται και με κοιτάει με μίσος. Φεύγοντας με σκουντάει επίτηδες και σκέφτομαι πως προτιμώ αυτόν τον πόνο από το χθεσινό του χάδι. Σκέφτομαι ότι τουλάχιστον αυτός ο πόνος είναι αληθινός.

Διαλέγω τον δρόμο που βγάζει στη θάλασσα και περπατάω ανάμεσα στα βράχια, χωρίς φόβο μέχρι να φτάσω στην ακτή. Οι αλυσίδες μου δεν υπάρχουν πια άλλα κάτι με κρατάει από το να κάνω το πρώτο βήμα.

Το σφύριγμα του αέρα με ταξιδεύει σε ένα παλιό όνειρο, ενός χειμώνα με χρώματα, μιας μελωδίας του φωτός.

Αν γυρίσω τώρα στο σπίτι, αυτή η μέρα θα σβηστεί μέσα στην παλίρροια της χαραυγής και αύριο οι αγαπημένες φίλες μου θα είναι και πάλι στο πλευρό μου, δεμένες πάνω στο σώμα μου για ακόμη μια φορά. Ίσως και την τελευταία.

Αν μείνω εδώ και προχωρήσω δεν ξέρω πού θα πάω. Τα τείχη μου θα διαλυθούν και αυτός ο άνεμος ίσως σκίσει τα σεντόνια μου. Δεν υπάρχει ασφάλεια στην θάλασσα. Και τα κύματα δεν συγχωρούν την δειλία.

«Καλά θα κάνω να γυρίσω στο σπίτι λοιπόν» μουρμουρίζω σιωπηλά καθώς ο ήλιος δύει.

Όμως…

Μου ξεφεύγει ένα γέλιο καθώς κάνω το πρώτο βήμα προς το άγνωστο και ύστερα χαμογελώ και προχωρώ μπροστά, όλο και πιο βαθιά σε αυτόν τον ωκεανό των ονείρων.

Να που τελικά οι άνθρωποι αλλάζουν.


ℬασιλική

Photography credits: Mary Zacharaki


 

 

 

 

 

 

©Βασιλική, Topicap 16/5/19
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s