Παλέτα.

Μυρίζει ανθισμένα λουλούδια και καυσαέριο. Τα χρώματα των λουλουδιών βρίσκονται σε συνεχή κόντρα με τη μαυρίλα που αφήνουν πίσω τους τα αμάξια. Όσο για μένα, περπατώ και χωρίς να το συνειδητοποιήσω παρατηρώ τα δικά μου χρώματα. Είναι χρώματα κάθε λογής, παράξενα, πολλά από αυτά μου είναι άγνωστα, μα τα νιώθω να με διαπερνάνε σαν δροσερό ρυάκι που κυλάει τις μέρες του καλοκαιριού. Ξεκινάει από τα δάχτυλα των ποδιών μου με μια έντονη απόχρωση του μοβ, ίσως. Όσο κατευθύνεται προς τους αστραγάλους μου γίνεται λευκό με πιτσιλιές από χρυσάφι. Όμως τους περνάει και αυτούς και συνεχίζει να ρέει ασταμάτητα στις γάμπες, στα γόνατα και στους μηρούς μου, περνώντας από όλες τις αποχρώσεις του μπλε που μπορείς και δε μπορείς να φανταστείς. Μόλις φτάσει στη λεκάνη μου γίνεται κίτρινο, με ακτίνες λαχανί και πορτοκαλί, μα δεν προλαβαίνει να σταθεί ούτε λεπτό και τρυπώνει στην κοιλιά μου. Τώρα είναι πράσινο, καφέ και μπεζ.

Φτάνει στο στήθος μου και κάπου εδώ παίρνει μια απόχρωση που δε μπορώ να την εγκλωβίσω σε λέξεις και έτσι θα σε αφήσω να την φανταστείς χωρίς τη βοήθεια μου. Μέχρι να σκεφτώ ποιο είναι αυτό το άγνωστο χρώμα το ρυάκι έχει ήδη σταματήσει, εκεί, στο στήθος μου. Με μιας, χωρίς να με ρωτήσει, χωρίζεται στα δύο. Το ένα κομμάτι κυλάει τριγύρω και μέσα από την καρδιά μου και το άλλο δραπετεύει από μέσα μου και βγαίνει σαν σίφουνας προς τα έξω. Δεν κάνω καμία προσπάθεια να το εγκλωβίσω ξανά, μου φτάνει που για μια στιγμή το βλέπω να στέκεται μπροστά μου. Το αφήνω λοιπόν, έτσι, με τις χίλιες και άλλες τόσες αποχρώσεις του, να ξεχυθεί στους δρόμους. Να πέσει πάνω σε ανθρώπους σκυθρωπούς, σε πεινασμένα ζώα, σε κτήρια φθαρμένα από την απροσωπία του χρόνου, σε λουλούδια μαραμένα, στα αυτοκίνητα τα γαμημένα που αφήνουν μόνο μαύρα σύννεφα, στα σχολεία όπου τα παιδιά πιστεύουν πως χρώματα είναι μόνο αυτά που τους μάθανε, στα μαγαζιά που οι υπάλληλοι απελπίζονται με τη ζωή και το αφεντικό τους, στα παγκάκια όπου οι κύριοι που δεν έχουν στέγη έχουν χάσει τις αποχρώσεις και την ελπίδα τους…

Αφήνω τα χρώματα μου ελευθέρα μπας και σε φτάσουν. Και όταν σε φτάσουν χρέος σου είναι να τα απελευθερώσεις και συ. Και από εσένα θα φύγουν με νάζι και οργή και θα φτάσουν στον άλλον και ο άλλος θα ακολουθήσει το χρέος του και θα τα αφήσει να συνεχίσουν τη ροή τους. Γιατί είναι χρώματα και τα χρώματα είναι φτιαγμένα για να ταξιδεύουν. Γιατί είναι χρώματα και τα χρώματα, άμα τα αφήσεις να κάνουν τη δουλεία τους, μπορούν να φέρουν κάτι καλύτερο. Λοιπόν, νιώθεις τα χρώματα;


Ӎαρίζα

Artwork by: Georgia Theologou


 

 

 

 

 

 

 

©Μαρίζα, Topicap 8/6/19
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s