Ώρα 7 παρά 5 το πρωί και βρίσκομαι στην παλιά πόλη του Ρεθύμνου βρίζοντας τις ‘’άλλες’’ στο τηλέφωνο γιατί επρόκειτο να χάσουμε το λεωφορείο με προορισμό τα Σφακιά. Απ’ την τετράδα είμαι η μόνη που βρίσκεται στο σημείο συνάντησης με το σάκο και το sleeping bag στο χέρι, ενώ οι άλλες τρεις κωλύονται να με φτάσουν, τρέχοντας κάπου στα στενά της πόλης, με τις σακούλες και τη σκηνή στα χέρια.

Από θαύμα και με τη βοήθεια λίγου ‘’γλειψίματος’’, το λεωφορείο των 07:00 π.μ. περίμενε και τις 4 μας για να αποχωρήσει και έτσι μες στα νεύρα ξεκίνησε η πανέμορφη εκδρομή μας στο νοτιότερο νησί της Ευρώπης. Το αρχικό, λοιπόν, σχέδιο ήταν να πάρουμε το πρωινό λεωφορείο για τα Σφακιά και μόλις φτάσουμε στη Χώρα να πάρουμε το πλοίο ‘’φάντασμα’’, κατά τα δρομολόγια του ίντερνετ και του λιμεναρχείου, το οποίο μετά από κάποιες ώρες πλεύσης θα μας βγάλει στα γαλαζοπράσινα νερά της Γαύδου.

Όπως δεν μπορείτε μάλλον να φανταστείτε το σχέδιο αυτό πήγε… πολύ κομπλέ. Εδώ είμαστε λοιπόν, καταφθάσαμε στο μικρό λιμανάκι της Γαύδου, εμείς, καμιά δεκαριά επιβάτες και ο καπετάνιος του καραβιού ‘’φάντασμα’’. Τον καπετάνιο όσο τον παρατηρείς τόσο μοιάζει σαν να ξεπετάχτηκε από την ταινία ‘’Ο ναυαγός’’ και άμα τον ακούς προσεκτικά βλέπεις ότι μιλάει σαν να έχει ζήσει ήδη 1000 ζωές και αυτό γιατί μένει στη Γαύδο και στη Γαύδο ο χρόνος κυλάει πολύ αργά…

Φτάνοντας εκεί το αντιληφθήκαμε. Με το που κατεβήκαμε απ’ το καράβι πηδήξαμε στο απαρχαιωμένο λεωφορειάκι, που περνούσε από το λιμάνι μία στο τόσο και κάναμε έναν σύντομο γύρο της Γαύδου. Κοιτώντας μέσα απ’ το βρώμικο τζάμι του λεωφορείου αυτά που διέκρινα ήταν μερικοί θάμνοι, πρόβατα και κατσίκια να κυκλοφορούν αμέριμνα, μακριές εκτάσεις χώματος και θάλασσα. Από κτίσματα ζήτημα να είδαμε καμιά 10αριά. Λίγα σπίτια, κανά δυο ταβερνούλες και το σπίτι στο όποιο παλαιότερα είχαν εξοριστεί κομμουνιστές μεταξύ των οποίων και ο Άρης. Αν ο οδηγός δεν μιλούσε τόσο πολύ και τόσο δυνατά θα μπορούσα να πω ότι ένιωσα σχεδόν γαλήνια και κάθε ίχνος νεύρων μου είχε εξαφανιστεί. Το λεωφορειάκι και ο περίεργος οδηγός μας άφησαν ένα τέταρτο μακριά από τον Άι Γιάννη, την παραλία που θα κατασκηνώναμε, μας χαιρέτησαν και συνέχισαν το δρόμο τους.

70204614_2352780131705409_2155876508017623040_n

Παραδόξως, το πρώτο πράγμα που είδαμε μπροστά μας ήταν μία ταβερνούλα και ένα μίνι μάρκετ για τα απαραίτητα, παρόλο που είχαμε προετοιμαστεί για την πλήρη ερημιά. Καθίσαμε για λίγο να ξεκουραστούμε στην ταβέρνα και δεν πήρε πολύ μέχρι να έρθουν μερικοί ντόπιοι που καθόντουσαν στο μαγαζί να μας καλωσορίσουν και να μας κατατοπίσουν. «Εσείς πρώτη φορά έρχεστε απ’ τα μέρη μας δε σας θυμάμαι, θαρρώ» είπε ο ιδιοκτήτης του μίνι μάρκετ και εγώ εντυπωσιάστηκα σκεπτόμενη πώς γίνεται να θυμάται όλους τους κατασκηνωτές που περνάνε από τα μέρη τους.

Σε λίγες μέρες όμως κατάλαβα πως στη Γαύδο οι άνθρωποι παρατηρούν τα πάντα, από τη βοή του ανέμου και το ξαφνικό ξεσήκωμα της θάλασσας μέχρι τους ανθρώπους και τα περίεργα αυτά κοριτσάκια που βρέθηκαν εκεί για πρώτη φορά… Αφού συζητήσαμε λίγο και ανακτήσαμε δυνάμεις κατευθυνθήκαμε προς την παραλία του Άι Γιάννη, όπου θα στήναμε και ‘μείς το ‘’σπιτικό’’ μας για τις επόμενες μέρες, μην έχοντας καμία κρατημένη καβάτζα. Μερικές σκηνές, άμμος μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου, λίγα δεντράκια για ίσκιο και μια πανέμορφη γαλαζοπράσινη θάλασσα. Πετώντας τα πράγματα μας στην άμμο τρέξαμε να πέσουμε στη θάλασσα και ότι είχαμε να κάνουμε, θα τα κάναμε αργότερα, στο κάτω κάτω ποιος μας βιάζει στη Γαύδο…

Οι μέρες στο κάμπινγκ κυλούσαν όμορφα και αργά. Το να γνωρίσεις νέο κόσμο εδώ είναι σχεδόν αναπόφευκτο αφού όλοι θα σου απευθύνουν το λόγο με την πρώτη ευκαιρία. Από ένα απλό καλημέρα ή μία απλή ερώτηση «Μήπως θα μπορούσα να δανειστώ τον αναπτήρα σας;» ξεκινάς τη σχέση σου με τους ανθρώπους του νησιού. Και τις ερωτήσεις ακολουθούν συνήθως πολύωρες συζητήσεις ‘’περί ζωής’’ χωρίς να συνειδητοποιείς πώς βρέθηκες εκεί με εκείνο το άτομο να του μιλάς με ανοιχτά χαρτιά για τη ζωή σου.

69407465_713235145812606_7405905850449002496_n

Έτσι συνομιλήσαμε με διάφορους ανθρώπους στον Άι Γιάννη πολλοί από αυτούς ήταν γερόλυκοι του νησιού, πολύ καλά οργανωμένοι με προσεγμένες καβάτζες, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από εμάς. Τα μεσημέρια μαγειρεύαμε στο γκαζάκι δίπλα από τη σκηνή ή ανοίγαμε από καμιά κονσέρβα και μετά ξερενόμασταν στον ύπνο, όπου βρίσκαμε λίγο σκιά. Τα απογεύματα συνήθως τα περνούσαμε ή κυνηγώντας τη σκηνή μας, η οποία έφευγε συνεχώς από τον αέρα ή αράζοντας με τα ‘’παιδιά’’, τους νέους μας φίλους. Τα ‘’παιδιά’’ ήταν περίπου στην ηλικία μας, όμως είχαν ξαναπάει στη Γαύδο αρκετές φορές και αυτή τη φορά είχαν βρει μια πολύ όμορφη καβάτζα περιτριγυρισμένη από δέντρα. Εκεί μέσα είχαν φτιάξει μια αυτοσχέδια κουζίνα, όπου είχαν ακουμπισμένα τα λαχανικά, τα φαγητά και τα μπαχαρικά τους σε μικρά, με λίγη φαντασία, ραφάκια. Σε όλη την καβάτζα είχαν διασκορπισμένα μουσικά όργανα και βιβλία, και φυσικά μια αιώρα, ακριβώς κάτω από τη σκιά ενός δέντρου, όπου ήταν το καλύτερο μέρος για να πάρεις το μεσημεριανό σου υπνάκο. Τα βράδια παίζαμε παιχνίδια, τραγουδούσαμε και κατεβάζαμε και από κανένα ούζο μιλώντας για τις ζωές μας..

69633433_2215298518599280_4082275829692760064_n

Ένα πράγμα ακούγαμε πριν αλλά και αφού φτάσουμε στο νησί, ότι η Γαύδος έχει τη δική της ξεχωριστεί ενέργεια και στη μεταφέρει. Είναι αλλόκοτο και δε μπορεί να το εξηγήσει κανείς εκτός αν πας ο ίδιος εκεί. Εκεί που το νιώθεις πιο έντονο μέσα σου, είναι στην Τρυπητή. Επρόκειτο για την πιο όμορφη παραλία του νησιού και το νοτιότερο σημείο ολόκληρης της Ευρώπης. Το λεωφορειάκι μας άφησε στον Κόρφο και από εκεί έπρεπε να ακολουθήσουμε ένα μονοπάτι περίπου τεσσάρων χιλιομέτρων. Η διαδρομή ήταν όμορφη αν και ο ήλιος έκαιγε βασανιστικά τις πλάτες μας. Το μονοπάτι δεν είχε σημάδια, το μόνο που μας καθοδηγούσε όπως και το μόνο που ακουγόταν, ήταν ο ήχος της θάλασσας. Πού και πού σταματούσαμε να αλλάξουμε από ώμο σε ώμο το ένα σακίδιο που είχαμε πάρει μαζί μας και να αγναντέψουμε τη θάλασσα.

Όταν φτάσαμε στον προορισμό μας κατάλαβα ότι ακόμη και αν έχουν πατήσει χιλιάδες πριν από σένα η παραλία σου δίνει την αίσθηση ότι την ανακάλυψες εσύ. Το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι μια μεγάλη επίπεδη έκταση όπου το καλοκαίρι είναι ξερή αλλά το χειμώνα μετατρέπεται σε φυσική αλυκή γεμάτη νερό και συγκεντρώνει πλήθος αποδημητικών πουλιών. Μπροστά από την αλυκή βλέπεις απέραντη γαλαζοπράσινη θάλασσα λες και παίζεις στην ‘’Γαλάζια Λίμνη’’ του Ράνταλ Κλάισερ. Μέσα από τη θάλασσα αναδεύονται τα βράχια όπου σχηματίζουνε τρεις καμάρες, τρεις τρύπες εξ’ ου και το όνομα της. Πάνω από τις καμάρες αυτές υπάρχει η γνωστή τεράστια καρέκλα της Γαύδου. Η καρέκλα, λένε, φτιάχτηκε από δύο Ρώσους επιστήμονες, οι οποίοι κατοικούν για πολλά χρόνια στο νησί, αναζητώντας την «αθανασία». Οι επιστήμονες αυτοί εργαζόντουσαν στο εργοστάσιο του Τσερνόμπιλ και λίγους μήνες μετά το ατύχημα κατέφυγαν στη Γαύδο πιστεύοντας ότι σε εκείνο το μικρό νησάκι μακριά από τις μεγαλουπόλεις και τη μόλυνση θα βρουν το νόημα του να ζεις. Μένουν εκεί μέχρι και σήμερα και φήμες που κυκλοφορούν στο νησί λένε ότι το βρήκαν…

Την τελευταία μέρα μου στο νησί αναρωτιόμουνα πως αυτό το μέρος παραμένει τόσο αληθινό και ανέγγιχτο από τον έξω κόσμο. Απάντηση, όπως φαντάζεστε, δε βρήκα. Φοβάμαι παρόλα αυτά ότι θα χωθεί και αυτό χωρίς τη θέληση του στην τουριστική φρενίτιδα και θα θυσιάσει την απλότητα του στο βωμό του χρήματος. Δεν θέλω όμως ούτε να προεικάζω, ούτε να μαντεύω το μέλλον, θα το δούμε με τα μάτια μας σε λίγα χρόνια. Προς το παρόν το συμπέρασμα που έβγαλα μετά από αυτό το ταξίδι είναι ένα, η ζωή είναι Γαύδος!


Ӎαρίζα

Φωτογραφικό υλικό της ίδιας


 

 

 

 

 

 

©Μαρίζα, Topicap 1/9/19

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: