Η καρδερίνα.

Οι γονείς μου είχαν μια καρδερίνα.
Τα φτερά της ήταν μαύρα και κίτρινα και γκρι.
Το ράμφος της κι’ αυτό μαύρο.
Όσο για τα μάτια της, ποτέ δεν τα ‘χα δει.
Η μάνα λέει ότι της κελαηδούσε όλο το πρωί.
Και ο πατέρας πως συντροφιά του κρατούσε λίγο πριν να κοιμηθεί.
Μου λένε πως τους την θυμίζω,
και εγώ αναρωτιέμαι τι κοινό μπορεί να έχω με ένα πουλί.
Της άνοιγαν το πορτάκι κάθε απόγευμα λέει, για να βγει.
Μέχρι το βράδυ στριφογύριζε στου σπιτιού την κάθε σπιθαμή.
Κι όταν ερχόταν η ώρα να γυρίσει στο κλουβί, στην αρχή δεν ήθελε να μπει.
Όμως έμπαινε.
Και την επόμενη μέρα, πάλι απ’ την αρχή.
Ως που κάποια στιγμή η καρδερίνα σταμάτησε να βγαίνει απ’ το κλουβί.
Και μέχρι το τέλος έμεινε εκεί.
Μέχρι και εκείνη την Τρίτη το πρωί, που την βρήκαν σε μια γωνιά κουρνιασμένη.
Νεκρή, με την πόρτα ανοιχτή.
Χθες το βράδυ μου είπαν, πως κι εκείνης τα μάτια ήτανε γκρι.
Μια μέρα βρήκα το κλουβί της, ξεχασμένο κάτω από ένα σκαμνί.
Ήταν φτιαγμένο από ξύλο, στο χέρι.
Όταν γύρισα μετά από κάποιο καιρό σπίτι μου σκέφτηκα πως ωραιότερο κλουβί δεν έχω ξαναδεί.
Έπειτα όμως κοίταξα γύρω μου και με πιάσαν οι λυγμοί.
Μέχρι το πρωί.
Και την επόμενη μέρα, πάλι απ’ την αρχή.


ℬασιλική

Artwork by: Maria Korompili


 

 

 

 

 

 

 

©Βασιλική, Topicap 17/10/19
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s