Παίρνω τα κλειδιά και χτυπάω πίσω μου την πόρτα. Με το αμάξι κάνω πέντε χιλιόμετρα μόνο, αλλά για σένα θα έκανα και οκτακόσια και χίλια και εκατομμύρια, αν χρειαζόταν. Δέκα και σαράντα πέντε ακριβώς βρέθηκα με το αμάξι έξω απ’ το παράθυρό σου. Περίμενα υπομονετικά να σβήσει το φως του δωματίου και να δω την σιδερένια παλιά πόρτα της μονοκατοικίας σου να ανοίγει διάπλατα, προκειμένου εσύ να βγεις και να λάμψει ο σκοτεινός ουρανός, σαν να μπορούσαν να φανούν όλα τα αστέρια του γαλαξία.

Μυρίζεις τριαντάφυλλο και αυτό εμένα με ηρεμεί κι ας μην με γέμιζε μέχρι σήμερα η μυρωδιά οποιοδήποτε άνθους, δεν έχει και σημασία, έτσι δεν είναι; Εγώ φόρεσα το άσπρο πουκάμισο με τα μπλε μικρά λουλουδάκια και το παντελόνι που με είδες πρώτη φορά. Δεν ξέρω αν μου παν’ τα κουρέλια μου, εσύ θα μου πεις. Δεν σε ρωτάω πού πάμε, ένα μέρος σου αρέσει μόνο. Η ταράτσα του φίλου μου. Μόνο εκεί μπορούμε να συζητήσουμε. Εκεί με αφήνεις να καπνίσω το τσιγάρο μου και ‘συ να ανατρέξεις στο στήθος μου για ασφάλεια.

Μαζί λύνουμε τους φιλοσοφικούς μας προβληματισμούς, σαν να βάζαμε νερό σ’ ένα ποτήρι. Απλό φαίνεται, αλλά ίσως και να θέλει προσοχή. Ενώ σου ανέλυσα την ύπαρξή μας και την καθαίρεσα από τα σημαντικά γεγονότα, εσύ με κοίταξες με βλέμμα πονηρό και μια φράση μου είπες: «Τα άστρα θέλω να μου κατεβάσεις, μπορείς;».

«Πώς δεν μπορώ;» απάντησα και με μιας άρπαξα δύο αστέρια και τα πέρασα από δύο σιδεράκια, να στα κάνω σκουλαρίκια να τα φορέσεις. Τελείωσε το φτηνό και άγευστο ουίσκι, ρε γαμώτο. «Πάω να πάρω άλλο ένα, μην μου φύγεις, σε παρακαλώ» σου ψιθυρίζω και σε φιλάω στον λαιμό.

«Εντάξει, εδώ θα είμαι, μην ανησυχείς» μου απαντάς. Ο δρόμος άδειος μα η ώρα που ντρέπομαι έφτασε. Το χέρι μου μηχανικά κάνει την κίνηση που δεν θα έπρεπε να κάνει. Ανάβοντας το, κατάλαβα πως το μισό περισσότερο από μένα αλλά το έχω ανάγκη, δυστυχώς. Παίρνω πέντε μπύρες -δεν είχε ουίσκι ο περιπτεράς μου- και το αμάξι με οδηγεί κάτω από την πολυκατοικία που φιλοξενεί την ταρατσούλα.

Ανεβαίνω σκεπτόμενος τι θα σου πω για να χαλαρώσεις, έχεις πολλά νεύρα τελευταία. Μα τι να δω; Είχες ήδη φύγει. Κατάπια τα νεύρα μου και άνοιξα μια μπύρα. Ξανάρθες, αλλά δεν μιλήσαμε. Χάσαμε κάθε επικοινωνία, τελικά. Τι κρίμα, τα σκουλαρίκια σου φωτίζουν εμάς, γιατί όχι και την ψυχή μου να την φωτίσει η φωνή ενός αγγέλου;


Κόλιας

Photography credits: Marina Lazari


 

 

 

 

 

 

 

 

©Κόλιας, Topicap 24/6/20

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: