Σειρά σουρεάλ ιστοριών – Μέρος 3ο.

Ο Ιεροκλής είναι πολύ έξυπνο παιδί. Στα μαθήματα ήταν φοβερός από μικρός. Η υποτροφία του τον πήγε στην Αμερική, όπου και διαπρέπει εδώ και χρόνια. Όμως κάτι του λείπει. Δεν είναι αγαθά -και ρούχα και αμάξι και σπίτι καλό έχει. Είναι η αίσθηση της αδρεναλίνης. Γι’ αυτό μια μέρα πήγε σε ένα πάρτι μαγαζιού. Μόνος και έρημος -φίλους καλούς, δυστυχώς, δεν είχε.

Ντύνεται επίσημα και με την κάρτα τραπέζης στην τσέπη παίρνει το καινούργιο του αμάξι και πηγαίνει στο εν λόγω πάρτι. Πολύς κόσμος και με φανερά περισσότερη γυναικεία παρουσία. Παίρνει ένα ποτό και κάθεται σε ένα σκαμπό αναλογιζόμενος την εργασία που δεν έκανε για να έρθει εδώ.

Ξάφνου, έρχεται μια τετράδα από κοπέλες εμφανώς προς σε αυτόν. Ήταν λες και πέρασε αιώνας για το Ιεροκλή. Έκανε διακόσια -και- σενάρια στο κεφάλι του για το τι θα γίνει. Κάνοντας πως δεν το έχει καταλάβει, ζητάει ένα ακόμα ποτό από το μπαρ αφού το άλλο το κατέβασε με μια γουλιά από το άγχος. Το σώμα του αρχίζει να έχει σημάδια μέθης. Οι κοπέλες κάθονται κολλητά του και η μία έχει την πλάτη της πάνω του. Αυτός έχοντας ακραίο άγχος και επειδή δεν είχε βρεθεί σε παρόμοια θέση ξανά ποτέ στην ζωή του, κατεβάζει και το δεύτερο οριακά πιο γρήγορα από το πρώτο.

Με το που το κάνει, ακούει ένα «Καλησπέρα» από δίπλα του. Ναι, ήταν οι κοπέλες που ήθελαν να τον βάλουν στην παρέα τους. Άγχος, αμφισβήτηση και φόβος είναι τα τρία του συναισθήματα (μαζί με λίγη χαρά). Απαντάει με όμορφο τρόπο και του προτείνουν να μην κάθεται μόνος του και να έρθει στην παρέα τους. Ενώ η λογική του έλεγε όχι, αυτός πήγε. Βαρέθηκε να την ακούει. Το βράδυ κύλησε ευχάριστα με μία υπόνοια πως θα τις ξαναδεί αλλά δεν κράτησε επαφή.

Επόμενη μέρα, ημέρα παράδοσης της εργασίας. Είναι ήδη τέσσερις το πρωί αλλά προλαβαίνει άνετα να την παραδόσει πριν τις δώδεκα, χωρίς να κοιμηθεί. Εν τέλει, την ετοιμάζει και προλαβαίνει να κοιμηθεί μια ώρα και κάτι. Φτάνει στη σχολή και παραδίδει την εργασία (όπου ήταν αριστούργημα) και μετά από μια συζητησούλα επιστημονικού ενδιαφέροντος με το καθηγητή, φεύγει.

Στο μετρό πετυχαίνει την μία από της τέσσερις κοπέλες που ήταν χθες. Του προτείνει να έρθει μαζί της για καφέ με τις άλλες τρεις και εκείνος δέχεται δίχως σκέψη. Καλά πήγε ο καφές τελικά, δεν αγχώθηκε καθόλου. Στο τέλος του λεν’ να παρευρεθεί το βράδυ στο σπίτι μιας από τις κοπέλες που του έχουν μια έκπληξη. Φτάνει το βράδυ και αυτός έτοιμος πάει στο σπίτι. Μετά από κουβέντα χαλαρή του ζητάνε να πάει μια στο δωμάτιο να κάτσει να πουν κάτι δικό τους. Αυτός ως τζέντλεμαν που ήταν λέει «εντάξει» και πάει.

Περιμένοντας να τον φωνάξουν, έτσι στο πόδι, λύνει κάτι εξισώσεις για να μην βαρεθεί.  Ο Ιεροκλής είναι μάστορας στα μαθηματικά από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Περισσότερο για χαλάρωση τα έχει. Μετά από μισή ώρα τον φωνάζουν και τις βλέπει όλες τους έτοιμες για εκείνον, στον τεράστιο καναπέ, χωρισμένες σε δυάδες, έχοντας ένα κενό στη μέση -προφανώς για να κάτσει αυτός. Του λεν’ να έρθει για «να κάνει αυτό που πρέπει», με ένα απόκοσμο βλέμμα η κάθε μία.

Συμβαίνουν διάφορα και αυτός φεύγει το επόμενο πρωί γεμάτος ενέργεια. Έξω από το σπίτι του βλέπει έναν πιτσιρικά γύρω στα είκοσι δύο να κλαίει που δεν έχει λεφτά πολλά. Πάει και του λέει: «Κάνε αυτό που θες, βγαίνοντας από το βόλεμά σου και θα έχεις τα πάντα». Αυτός ο πιτσιρικάς είμαι εγώ και θα το κάνω για τον Ιεροκλή, εντάξει;


Κόλιας

Photography credits: Panagiotis Vikatos


 

 

 

 

 

©Κόλιας, Topicap 16/7/20

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s