Να ξυπνάς ένα πρωί σε στεριά που δε νιώθεις «δική σου». Αυτό τα λέει όλα…
Κι ό,τι ξένο σου μοιάζει, στο νου σου φαντάζει σα φυλακή, παρά σαν πατρίδα.
Του κατατρεγμένου μονάκριβη έγνοια δεν είναι πού θα φτάσει και τι ψάχνει,
μα από πού φεύγει και τι γλιτώνει. 


Τι κατασπαράζει το νευρικό ιστό του εγκεφάλου του, όπως ο σκόρος τα ρούχα στη ντουλάπα.
Και παρ’ όλο που αδειάζει χώρο σ’ ένα βομβαρδισμένο κρανίο, χώρο για χαρά δεν αφήνει καθόλου.
Για αυτό αλλού θα ψάξει τη χαρά του ο ταξιδιώτης.
Είναι στο αίμα του, όταν στενεύουν τα δεσμά, τη χαρά ν’ αναζητά όσο πιο μακριά απ’ την αναθεματισμένη του ρουτίνα είν’ εφικτό.
Σε μια τσάντα «μικρή» σε διαστάσεις μα αρκετά μεγάλη ώστε να στριμώξει το όποιο εναπομένον ψυχικό του απόθεμα, καταχωνιάζει τα απολύτως απαραίτητα: δυο αλλαξιές, μια φωτογραφική μηχανή κι ένα σημειωματάριο…
Παραμάσχαλα μ’ ένα εισιτήριο που η αγανάκτηση τον ώθησε να τρέξει ν’ αγοράσει τελευταία στιγμή, ξεκινά τον πηγαιμό. 
Χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Ο ταξιδιώτης γράφει.
Γράφει σιωπηλός στο λευκό του σημειωματάριο γιατί είναι πιο λευκό από τις μαύρες ψυχές των όσων αφήνει πίσω του.
Διψασμένος είναι να επενδύσει σε νέες γνωριμίες με ανθρώπους τόσο μακρινούς από το πολύ πρόσφατο παρελθόν του, τόσο ευεργετικούς για το παρόν του, τόσο έντονους στις αναμνήσεις του στο σύντομο μέλλον του, όταν οι εξορμήσεις του θα έχουν ολοκληρωθεί.
Αποτυπώνει τις εικόνες που αχόρταγα βλέπει με μελάνι και φιλμ• να χάσει δε θέλει καμιά. 
Να τις κρατήσει όλες σιμά του για όταν επιστρέψει στο βούρκο του- τουλάχιστον να ‘χει παρέα όταν βουλιάζει, μέχρι την επόμενη σανίδα σωτηρίας.
Όταν φτάσει, δε θα τον δεις να ψάχνει αξιοθέατα μήτε ν’ ακολουθεί των τουριστών τα πούλμαν.
Ταγμένος μοναχικός καβαλάρης, θα χωθεί στην πιο ερημική γειτονιά, την πιο ερειπωμένη από επιβλητικά κτίρια και εκτυφλωτικά φώτα.
Μα την πιο γεμάτη από χαμόγελα και συναισθήματα ανθρώπων ενδεών στις τσέπες μα πάμπλουτων από αγάπη.
Εκεί, σε μια γωνιά «ξένης» γης θα βρίσκει πάντα την χαμένη πατρίδα του, μα κι αυτό προσωρινά.
Θα το σκεφτεί να βγάλει τις ρίζες του και να εγκατασταθεί ες αεί, μα ξέρει πως κανένα χώμα δε θα μπορούσε να τις βαστάξει.
Τον ορκισμένο ταξιδιώτη δε μπορείς να τον φυτέψεις, ούτε να τον ποτίσεις με τους ρυθμούς που νομίζεις ότι του αναλογούν. Είναι απ’ τη μια χαμαιλεόντειος κι απ’ την άλλη σαν τ’ αποδημητικά πουλιά:
Όταν οι καιροί ή οι «εχθροί» της καθημερινότητάς του τού «επιτίθενται»,  προσαρμόζει το χρώμα της αύρας του σαν άμυνα και δεν του μένει παρά να εκκινήσει για άλλη γη.
Και αυτή του η τάση, είναι η κατάρα και η ευλογία του συνάμα…


Bookaterian

Photography credits: Despina Niki


 

 

 

 

 

 

©Bookaterian, Topicap 9/8/20

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: