Νομίζω πως ξέχασα να γράφω.
Ξέχασα να νιώθω.
Να υπάρχω.
Ξέχασα, όπως ξεχνάω τα ρούχα στο πλυντήριο και τα πιάτα στο νεροχύτη.
Ξέχασα, όπως ξεχνάει να με πάρει τηλέφωνο, όπως ξεχνάει να με ρωτήσει πώς είμαι.

Όπως ξεχνάει να με…
Όπως ξεχνάει να… γενικά.
Κάθε μέρα χάνεσαι και λίγο περισσότερο.
Δεν έχω αποφασίσει αν πονάνε πιο πολύ οι ώρες που είσαι εσύ
ή εκείνες που ανταλλάσσεις θέση με την ασθένεια.

Νομίζω πως η κάθε περίσταση έχει τον δικό της πόνο,
κι ας μην νιώθω κανέναν απ’ τους δύο πια.
Να και κάτι ακόμα που ξέχασα να κάνω.
Στην αρχή η αρρώστια ήρθε να μείνει μαζί μας,
όμως όσο περνούν τα χρόνια πιστεύω πως μένουμε εμείς μαζί της.

Στην αρχή ήταν μια σκιά που κρυβόταν στις γωνίες,
πλέον έχει δική της θέση στο τραπέζι μας,
δικό της λόγο στις συζητήσεις μας,
δικό της χώρο στις ψυχές μας,
και μοιράζεστε το ίδιο κρεβάτι.

Κάποτε ευχόμουν να είμαστε 4,
όχι όμως έτσι.
Είναι σαν να έχει παγώσει ο χρόνος.
Σαν όλα να κυλούν αφόρητα αργά.
Τόσο αργά που σχεδόν δεν προχωρούν.
Άρα εγώ γιατί νιώθω πως πλησιάζει το τέλος;

Ο φόβος κουρνιάζει δίπλα μου τα βράδια,
η αγωνία με ξυπνάει άγρια κάθε πρωινό.
Όσο κοιμάμαι, ο θρήνος μπλέκεται στα όνειρά μου.
Κάθε φορά πιο αβάσταχτος.
Κάθε φορά πιο αληθινός.
Και κάθε μέρα που περνάει, πιο κοντινός.

Έχω σιχαθεί τις φωτογραφίες.
Έχω αρχίσει να σβήνω τις όμορφες στιγμές.
Καμία τους εξάλλου δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που βλέπω πλέον.
Μόνο πίκρα φέρνουν.
Πίκρα και παράπονο.
Τι κάνεις όταν ξέρεις πως κάτι τελειώνει;
Τι κάνεις όταν αδειάζει η κλεψύδρα και δεν μπορείς να την ξαναγυρίσεις;

Πώς συνειδητοποιείς;
Πώς αποδέχεσαι;
Πώς γίνεται οι ώρες να ‘ναι βδομάδες και οι μέρες χρονιά,
όταν οι μήνες φαντάζουν λεπτά;
Πώς γίνεται να κοιτάζω στον καθρέπτη και το είδωλό μου να γελά;
Πώς γίνεται να μιλάω ήρεμα ενώ το παιδί μέσα μου ουρλιάζει;
Πώς γίνεται να τον δω με αγάπη όταν μέσα μου φωλιάζει το μίσος;
Πώς;

Νιώθω σαν να έχω μπει σε λίστα αναμονής για τον μεγαλύτερο πόνο της μέχρι τώρα ζωής μου.
Νιώθω πως θα σπάσω κι εγώ κάθε φορά που σπάει ο ήχος της φωνής σου.
Έχω δει το τέλος τόσες φορές στο μυαλό μου,
κι άλλες τόσες το ‘χω ζήσει στην ψυχή μου.
Από όλα όσα ξέχασα, αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι,
και δεν θα ‘θελα.

Πολλά δεν θα ‘θελα βέβαια και έγιναν,
πολλά δεν θέλω και θα γίνουν.
Αν κρατιέμαι από κάτι, είναι επειδή ξέρω πως πάντα θα σε κουβαλάω μαζί μου. Νομίζω πως ξέχασα από πού ξεκίνησα.
Ξέχασα πού θέλω να καταλήξω.

Θα το αφήσω εδώ για τώρα,
ξέχασα πως έχω ξεχάσει να γράφω.
Ξεχάσει να νιώθω.
Να υπάρχω.

Περίεργο πράγμα η μνήμη.


Βασιλική

Photography credits: Marina Lazari




















©Βασιλική, Topicap 27/8/20

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: