Άνοιξαν οι κουρτίνες. 
Η παράσταση ξεκίνησε.
Σα να ράγισαν όλες που μας χωρίζανε με τη σιωπή οι βιτρίνες.
Και ένα σκίρτημα στο στήθος, κάτι πρωτόγνωρο μου μήνυσε. 
Και τότε βγήκε στη σκηνή και άρχισε να ερμηνεύει

Φόρεσα τα κιάλια μου γιατί δεν πίστευα στο ήδη γυάλινο μάτι μου
Τόσο με συγκλόνισε που ακόμα ο νους μου σαλεύει 
Και τι δε θα ‘δινα αντί για το σανίδι ν’ ακουμπούσε στο κρεβάτι μου…! 
Νόμιζα πως αν γερνάς, χαρά άλλη δε βλέπεις και η πόρτα της ζωής έχει κλειδώσει 

Όπως σα βουτάς στο μέλι περιμένεις να ποτίσει η τελευταία σταγόνα το άψυχο ψωμί, 
Έτσι κι αυτή έσταξε στη ζωή μου λίγο πριν αυτή τελειώσει…
Κι επιταχύνθηκαν, ζωντάνεψαν οι αναστεναγμοί…
Μακάρι αυτή η ανάμνηση απ το γέρικό μου νου να μη χαθεί 

Αυτός ο ερχομός της στη μιζέρια μου δεν ήταν τυχαίος
Χρυσοποίκιλτο, σταθερό στη ροή του, εθιστικό και κολλώδες, το πιο γλυκό μέλι που έχω γευτεί 
Ώστε μπορεί και ανασταίνει των γηρατειών ο έρως…


Photography credits: Artemis B.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: