Όλης της πόλης οι σοβάδες 
με μια εγερτήρια ροζ ηδονή μεθούν 
στην όψη του κουρασμένου ήλιου 
π’ αφήνει τον ιδρώτα του 
να λούσει τους λόφους της. 

Όλα λάμπουν μπρος στις κόρες
των ματιών μου· Όλα, 
μα περισσότερο εσύ,
που
στην τζαμαρία ενός σπιτιού, 
όχι μονάχα μια σταγόνα του, 
μα ολάκερο τον ήλιο μπόρεσες να κλέψεις 
και να τον φέρεις στο πρόσωπό μου, 
για να μου ξεφωνισει, πάλι, την ύπαρξή σου. 

Κι ακόμη, γρήγορα κι αν περπατώ, 
εσύ, Επιθυμία, στάσιμη δεν μένεις. 
Μα πηδάς επίμονα από ταράτσες 
σε παραθύρια και ξανά πάλι πίσω, 
να μου υπενθυμίζεις πως, πάντα, 
εσύ -και εσύ μόνο- θα ακτινοβολείς φωναχτά 
μεσ’ την γυαλάδα των ματιών μου.


Αντώνης

Φωτογραφία εξωφύλλου του ίδιου.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: