Δεν θυμάμαι τι έκαιγε περισσότερο·
το παραδομένο από τον πόθο βλέμμα σου
ή τα χείλη μου καθώς κούρνιαζαν
σε όποια σπιθαμή ζωής έβγαζε το κορμί σου.

Δεν κράτησα ποτέ ημερολόγιο
των δαχτύλων που πάνω μου γραπώθηκαν
κι ’ανέβασαν την τρεμάμενη καρδιά
μέχρι τα μαύρα παλλόμενα μάτια μου.

Δεν ένιωσα ποτέ πνιγμένος
στον χείμαρρο των μαλλιών σου
γιατί η πυξίδα στην ανάσα σου
με ξέβγαλε στο πιο καθαρτικό ναυάγιο.

Κάποτε πίστεψα πως μπάλωσα
όποιο κενό βρέθηκε να μας χωρίσει
μα βρέθηκα και πάλι μόνος μου
να κουβαλώ το βάρος των κορμιών μας.

Ήθελα να σου διαβάζω ποίηση·
μα στίχοι δεν σμίλευαν το σώμα σου
λέξεις δεν καλύπταν τη φωνή σου
και το μελάνι μέσα μου είχε ξαφνικά στερέψει.

Για δυο στιγμές μόνο βρεθήκαμε
ξέγνοιαστοι από όσα πέρασαν
χαράξαμε αφημένοι τα κορμιά μας
να μην μπορούν να τ ’αγγίξουν όσα έρχονται.

Εσύ όμως κρατούσες το μαχαίρι
και στόλισες το σώμα μου ουλές
μα το αίμα μου έγινε μελάνι,
γεμίζει το κενό που τα κορμιά δεν μπόρεσαν.


Photography credits: Mariza Nanou


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: