Δυσκολεύτηκε να ανοίξει τα μάτια του, δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί τον έτσουζαν τόσο. Όταν επιτέλους τα κατάφερε, αφότου σκούπισε κάποια ενστικτώδη δάκρυα, βρέθηκε προ εκπλήξεως, το κρεβάτι του ήταν άδειο. Έξυσε απορημένος το κεφάλι του και ανακάθισε στο κρεβάτι, παρά το μεθύσι της προηγούμενης μέρας ήταν σίγουρος ότι δεν είχε κοιμηθεί μόνος του το βράδυ· τα σεντόνια εξάλλου πρόδιδαν ένα ξένο λουλουδάτο άρωμα. Πλησίασε στην διπλανή μαξιλαροθήκη και μύρισε προσεκτικά, το άρωμα ήταν σίγουρα γυναικείο και για καλή του τύχη δεν άνηκε σε κάποιο από εκείνα που είχε πρόχειρα αποθηκευμένα στην μνήμη του.

«Τουλάχιστον δεν μέθυσα τόσο πολύ» παρηγόρησε νοερά τον εαυτό του καθώς σηκωνόταν ανυπόμονος για τον πρώτο καφέ της ημέρας. Έριξε μηχανικά το γάλα και τα δημητριακά στο πρώτο μπολ που βρήκε μπροστά του και έφτιαξε δύο κούπες καφέ, «Σίγουρα θα βοηθήσει στον πονοκέφαλο» σκέφτηκε, δικαιολογώντας τον εθισμό του. Έβαλε στο πικάπ Madrugada και άρχισε να τρώει αμέριμνος το πρωινό του όταν ένιωσε να αναδύεται από πίσω του το ίδιο άρωμα που συνάντησε στην μαξιλαροθήκη του. «Για εμένα; Δεν έπρεπε.» είπε η κοπέλα και άρπαξε τη μια από τις δύο κούπες καφέ που είχε αφήσει δίπλα στην καφετιέρα να κρυώσουν. Ο Άρης γύρισε ξαφνιασμένος μα η έκπληξή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν είδε την κοπέλα τυλιγμένη στις πετσέτες του να πίνει λαίμαργα τον αχνιστό καφέ «Προσοχή, καίει. Επίσης μάλλον θα τον βρεις αρκετά πικρό» έλεγε καθώς εκείνη έπαιρνε την γνωστή γκριμάτσα αηδίας όσων βάζουν ζάχαρη «Βάζω πολύ καφέ και καθόλου ζάχαρη» της είπε απολογητικά ανασηκώνοντας ελαφρώς τους ώμους του. «Δεν πειράζει, τουλάχιστον είναι δυνατός. Έχεις κάτι να τσιμπήσω;» είπε ανοίγοντας το ψυγείο με μια κίνηση που αποκάλυψε το γυμνό της κορμί, ρίχνοντας την πετσέτα στο πάτωμα. «Ώστε δεν ονειρεύτηκα χθες τη νεράιδα» είπε εκείνος καθώς παρατηρούσε το τατουάζ στο γλουτό της. «Α αυτό, ναι το έχω από το λύκειο, το είχα βρει χαριτωμένο.» είπε και γύρισε αυθόρμητα το πρόσωπό της σε εκείνον προσπαθώντας, όσο γίνεται, να το κρύψει.

Καθώς όμως τον έθεσε αντιμέτωπο με την γύμνια της κατάλαβε ότι δεν ήταν σωστή επιλογή, προσπαθώντας να εστιάσει όσο γίνεται στο πρόσωπό της ο Άρης είπε «Στο ψυγείο θα βρεις μόνο μπύρες, γάλα και ένα κομμάτι πίτσα από το τελευταίο ματς του Ολυμπιακού» κοίταξε ασυνείδητα την ημερομηνία στο ρολόι του, «Καλό θα ήταν να το πετάξω αυτό» πρόσθεσε, σκεπτόμενος πιο φωναχτά από όσο θα ήθελε. Η αμηχανία της κοπέλας έγινε μάλλον εντονότερη, γεγονός που ο Άρης αντιλήφθηκε γρήγορα. Πήρε το σταθερό τηλέφωνο και κάλεσε πληκτρολογώντας στα τυφλά ένα νούμερο «Έλα Γιάννη, φτιάξε μου 2 τοστ. Όχι μην τα ανεβάσεις, θα κατέβω εγώ σε κανένα δεκάλεπτο να τα φάω κάτω. Ναι και τον σκέτο, ναι ναι διπλό, ευχαριστώ» ικανοποιημένος από την οικοκυροσύνη του γύρισε και εξήγησε στην προβληματισμένη κοπέλα.

«Ο Γιάννης έχει το Μπαρ από κάτω.». Η έκφρασή της φανέρωνε την μάλλον αιφνίδια διαύγεια που της είχε προσφέρει η επεξήγηση του Άρη γιατί ψέλλισε διστακτικά: «Το ίδιο μπαρ που ήμουν χθες βράδυ; Από πάνω μένεις;», είχε αρχίσει να ανησυχεί για αυτήν την σύμπτωση παρότι της εξασφάλιζε σίγουρη θέση πάρκινγκ στο κέντρο του Πειραιά και εκμηδένιζε τις αποστάσεις από τη δουλειά της. Ο Άρης που είχε ήδη αρχίσει να φοράει το τζιν που βρήκε πεταμένο στον καναπέ από το προηγούμενο βράδυ άρχισε να εξηγεί, με ύφος που άθελά του πρόδιδε πόσο συχνά γίνεται αυτή η κουβέντα, «Ναι μένω πάνω από το Μπαρ. Αν και δεν θυμάμαι πολλά από χθες εκεί γνωριστήκαμε υποθέτω, δεν πηγαίνω σε πολλά μπαρ γενικά».

Καθώς πήγαινε προς το δωμάτιο να φορέσει το πρώτο καθαρό πουκάμισο που μπορούσε να βρει ρώτησε «Έρχεσαι συχνά στον Γιάννη;» ελπίζοντας σε μια και μόνο απάντηση. «Όχι ιδιαίτερα, χθες βγήκα με τις φίλες μου και επειδή η Μαρίνα ήταν γεμάτη αποφασίσαμε να κάτσουμε εκεί. Ήταν και σχετικά φθηνό…». Ο Άρης πλέον στεκόταν μπροστά της με το πουκάμισο τσαλακωμένο μέσα στο παντελόνι και ένα σπορ σακάκι πιο φορεμένο από όσο ο ιδιοκτήτης του θα ήθελε. «Ωραία, τελειώνω τα δημητριακά μου, ντύνεσαι και κατεβαίνουμε να φας τα τοστ» είπε κοιτώντας το ρολόι του. «Σε λίγο πρέπει να είμαι στην δουλειά» ξεφώνισε κρύβοντας μια αγανάκτηση για την πρωινή κίνηση μέχρι το νοσοκομείο. «Ναι, φυσικά, ευχαριστώ για τα τοστ απλά αν δεν σε πειράζει θα τα πάρω μαζί μου» είπε και άπλωσε το χέρι της, γύρισε τον καρπό του και κοίταξε το ρολόι του «εγώ έχω ήδη αργήσει» είπε με μια ανεξήγητη ενοχή. Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόντουσαν στο Μπαρ όπου ο Άρης έπαιρνε, μαζί με τα βλέμματα σιωπηλής επιβράβευσης του Γιάννη, τον πρώτο από τους εφτά καφέδες εκείνης της ημέρας.

Ακολούθησε μια μεγάλη μέρα γεμάτη επεξηγήσεις σε ζευγάρια που περίμεναν το πρώτο τους παιδί, τρία υπερηχογραφήματα και δύο επιπλήξεις από τον διευθυντή του σε μια καισαρική εξαιτίας του μεγέθους τομής που είχε επιλέξει. Δεν τον πείραζε όμως, του άρεσε να μαθαίνει πράγματα και ήξερε ότι οι φωνές ήταν το μοναδικό μεταδοτικό μέσο που διέθετε το ιατρικό προσωπικό που είχε αναλάβει την εκπαίδευσή του. Όταν τελείωσε κατάκοπος τις επισκέψεις στις μητέρες που είχαν χειρουργηθεί τις προηγούμενες μέρες η βάρδιά του είχε λήξει προ πολλού, ένιωθε όμως ότι του είχε μείνει λίγη από την αύρα της αποφασιστικότητας που αποκτούσε όποτε κρατούσε το νυστέρι. Κάλεσε λοιπόν τον καλύτερό του φίλο, επίσης ειδικευόμενο, αναισθησιολόγο «Σωτήρη, έχει τίποτα καλό τώρα ή όλα ψόφια;». «Μια whipple στο 3 και ένα ισχίο στο 6, όλα τα άλλα ράβουν, είναι και έξι η ώρα.» είπε παραπονεμένος ο εξουθενωμένος Σωτήρης. Ο Άρης ευχαρίστησε βιαστικά και πήγε στα θεωρεία του τρίτου χειρουργείου να πάρει άλλη μια τζούρα χειρουργικής ατμόσφαιρας.

Το βράδυ, όταν γύρισε επιτέλους σπίτι αγκαλιά με μια μερίδα κοτομπουκιές που του είχε φυλάξει ο Γιάννης αντίκρυσε την πετσέτα να βρίσκεται ακόμα πεσμένη στο πάτωμα. Καθώς την σήκωνε και πήγαινε να την τοποθετήσει στο μπάνιο παρατήρησε μια κόκκινη μακριά τρίχα κατά μήκος του μανικιού του λευκού του πουκάμισου. Κάθισε στον καναπέ προβληματισμένος και σκεπτόταν «Μου είπε το όνομά της; Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ήταν εκείνη. Για 3 μηνών έγκυος δεν ήταν φουσκωμένη πάντως. Λάθος θα κάνω, φαινόταν χαρούμενη με το αγόρι της, νομίζω είπαν ότι το φθινόπωρο θα παντρευτούνε..».

Προσπαθώντας να ξεδιαλύνει στο μυαλό του αν το τρίτο του υπερηχογράφημα ήταν η ίδια κοπέλα με εκείνη που ήπιε τον πρωινό του καφέ προσπάθησε να θυμηθεί κάποια έκφραση ή γκριμάτσα της να του έκανε εντύπωση. Μάταια, το μόνο που θυμόταν ήταν το μωρό που ο διευθυντής του άνοιξε από την μήτρα που εκείνος είχε ανοίξει και τον πίδακα αίματος όταν το νυστέρι του χειρουργού που έκανε την whipple λάθεψε και βρήκε μια κοντινή αρτηρία. Η μόνη του ελπίδα να σωπάσουν οι ενοχές του ήταν ο Σωτήρης.

Πληκτρολόγησε το νούμερο βιαστικά και μετά από τρία μπιπ ο φίλος του απάντησε καθώς κόρνες ακουγόντουσαν στο παρασκήνιο «Ό,τι και αν ξέχασες δεν γυρνάω τώρα, είμαι δέκα λεπτά από το σπίτι μου.»

«Όχι όχι δεν είναι αυτό ρε, άκου να σου πω την ιστορία της νεράιδας με τα κόκκινα μαλλιά…».


Photography credits: Mary Zacharaki


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: