Γεια σου, γιαγιά! 
Απόψε γράφω για ‘σένα, πρώτη φορά. 
Για ‘σένα, γιαγιά, 
που ξέρεις απέξω τόσα ποιήματα! 

Είδα στην αυλή το πρωί, γιαγιά, 
ένα ποντικάκι που μασουλούσε 
ένα κομματάκι τυρί. 
Θυμάσαι, γιαγιά , που όταν έμενες με εμάς 
σε μάλωνα για το τυρί, 
μη σου ανεβεί η πίεση; 
Ε, τώρα, γιαγιά, θα σου έδινα 
όλο το τυρί του κόσμου να το φας, 
που τόσο το αγαπάς,
άμα το ήθελε η ψυχούλα σου. 
Αφού δεν τρως, βρε γιαγιά…
Μακάρι να μπορούσα να σε αγκαλιάσω, γιαγιά. 
Να σου πω, στο αφτί, 
πως είδα στον ύπνο μου τον παππού. 
Θυμάσαι, γιαγιά, που πάντα φορούσες 
κατακόκκινο κραγιόν; 
Έτσι, λέει, σε φαντάζεται και σε περιμένει. 
Όμως, γιαγιά, υποσχέσου μου, 
πως θα αργήσεις να τον ξανασυναντήσεις,
πως θα τον «στήσεις» σε αυτό το ραντεβού.
Ας περιμένει! Ξέρει, εξάλλου, 
πόσο πολύ τον αγαπάς, 
όπως ξέρεις κι εσύ για αυτόν. 
Και ξαφνικά…
Ντριν ντριν, έπεσε ο κορεσμός του οξυγόνου,
έπεσαν οι αντοχές σου, γιαγιά. 
Ντριν ντριν, ανέβηκε ο πυρετός σου, γιαγιά, 
μαζί και οι προσευχές μας για εσένα,
 στον ουρανό. 
Ντριν ντριν, δεν έχω φοβηθεί ξανά τόσο
τον ήχο του τηλεφώνου, γιαγιά.
Ατέλειωτη αυτή η νύχτα, γιαγιά. 
Δεν μ’ αρέσει να μισώ, μα μισώ πλέον κι εγώ

Μισώ αυτό που σε ρίχνει, γιαγιά. 
Μισώ το τηλέφωνο που, χτυπώντας,
μου κλωτσάει τα σωθικά, γιαγιά,
και φέρνει τα όποια μαντάτα.
Υποσχέσου μου, γιαγιά, 
πως το επόμενο τηλεφώνημα 
θα είναι για καλό. 
Απόψε έχω τη γιορτή μου, γιαγιά. 
Κάθε χρόνο- θυμάσαι, γιαγιά ; – 
στολίζουμε το δέντρο για αυτή τη μέρα. 
Φέτος, γιαγιά, δε θέλω να στολίσουμε, 
προτού γίνεις περδίκι. 
Δώρο δε θέλω κανένα ή μάλλον θέλω: 
να γίνεις καλά, γιαγιά. 
Γιατί σ’ αγαπάμε, γιαγιά.
Γιατί πρέπει να ζήσεις, γιαγιά. 
Γιατί εγώ έχω χρόνια πολλά να σου χαρίσω,
από αυτά που όλοι μου εύχονται απόψε. 
Πάρε απ’ τα δικά μου χρόνια, γιαγιά… 
Πάρε απ’ το δικό μου οξυγόνο. 
Δεν τα θέλω, άμα είναι να τα ζω
 χωρίς αυτούς που αγαπώ, γιαγιά. 
Πρέπει να προσπαθήσεις, γιαγιά. 
Εσένα που όλοι οι μαθητές σου, 
τόσο σε αγαπούσαν, γιαγιά! 
Σήμερα, ανήμερα της γιορτής μου,
είμαστε όλοι δικοί σου μαθητές. 
Περιμένουμε να μας μάθεις 
να κερδίζουμε τη μάχη με το χρόνο. 
Το κουδούνι χτύπησε, γιαγιά. 
Και σε περιμένουμε στο πρώτο θρανίο.
Θα μας μάθεις πολλά ακόμη, γιαγιά,  
μη μας αφήνεις, γιαγιά,
σε αγαπάμε, γιαγιά,
βάλε τα δυνατά σου, γιαγιά, είμαστε μαζί σου, γιαγιά!  
Αχ γιαγιά μου… 
Πήγες, τελικά, να βρεις τον παππού…

Photography credits:George Dragas

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: