Ξεπροβόδισα κουβαλώντας πάλι το βάρος
της νύχτας που σκέπαζε κάθε γωνιά
μιας πόλης που χασμουριόταν κουρασμένη,
έτοιμη να κλείσει τα φωτεινά της μάτια.

Τα φώτα τρεμόπαιζαν αγουροξυπνημένα
καθώς τ ’ανάλαφρά μου βήματα ηχούσαν·
μάρτυρες της σιωπηρής μου μοναξιάς
κουκούλωναν τις ηχηρές μου ανησυχίες.

Ο αέρας έφερνε την κάπνα απ’ τα τζάκια
ζευγαριών που αποκοιμηθήκαν αγκαλιασμένα,
τα είδωλά τους τώρα σμιλεύονταν στον ουρανό
από φιλόξενες μαυρισμένες καμινάδες.

Το κρύο έσβηνε μέσα μου τη φλόγα
βραδιών αλλοτινών, γεμάτων θαλπωρή
ξεθώριασαν και εκείνες αναπόφευκτα
χαμένες στην αδίστακτη ομίχλη του χρόνου.

Το μπαρ αρχίζει να αχνοφαίνεται,
περιγράμματα ασαφή όσα στέκουν πέρα
ανοίγω την πόρτα και βυθίζομαι
στο γνώριμο απρόσωπό μου στέκι.

Ένα ζευγάρι απέναντι ξεπροβάλλει
φωτίζει όσες σκιές το μυαλό μου άτσαλα κάλυπτε,
τραβάει κοντά του όλη τη λάμψη·
όση μπορούσε να αναλογεί,
σε εμάς τα νυχτοπούλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: