Μακρύς λευκός διάδρομος. Το πάτωμα είναι από μάρμαρο και τα σχέδιά του με αποσυντονίζουν. Κάθε βήμα και τρεις πόρτες. Μια ευθεία, μια δεξιά και μια αριστερά. Πάντα πρέπει να διαλέξω, κάτι που με φοβίζει περισσότερο και απ’ το θάνατο. Τουλάχιστον αυτός δεν ρωτάει να διαλέξεις.

Φως ελάχιστο. Ίσα ίσα βλέπω στο μισό μέτρο. Αρχίζω να μυρίζω εσένα, όμως δεν θυμάμαι τη μυρωδιά σου, μόνο το συναίσθημα γιατί δυστυχώς σε ξέχασα, με ανάγκασαν. Κάθε βήμα και ποιο πολύ βάρος στους αστραγάλους μου, εκεί που πονάω. Σε χρειάζομαι, είμαι μια σκιά από αυτό που θα ήμουν αν συζητάγαμε… Ακούω φωνές να μου λεν’ πήδηξε κάτω να τελειώνουμε. Μα ούτε κάτω να πηδήξω δεν έχω. Με την πλάτη στον τοίχο μονίμως. Όσα βήματα και αν έκανα, εκεί αυτός.

Γραμμένες πάνω όλες οι αποτυχίες, η μία μου επιτυχία και οι ιδέες μου. Επίσης, ακούω και την ερώτησή σου «γιατί τα παίρνεις όλα στα σοβαρά;«. Μα τι δεν είναι σοβαρό στη ζωή μας; Μάλλον: γιατί να μην το κάνω εγώ; Στο τελευταίο βήμα έσπασε ο δεξιός σύνδεσμος για το πόδι μου. Πάει, βαρέθηκα… Κάθομαι και μέσα σε δύο δέκατα του δευτερολέπτου έγινα στάχτη. Αυτό κατάφερα. Μια ζωή που δεν είναι ξεχωριστή.

Photography credits: EL

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: