Έσφιγγε τα χέρια του γύρω από το δερμάτινο, απαλό τιμόνι καθώς το βλέμμα του διέσχιζε
τον σκοτεινό δρόμο που απλωνόταν μπροστά του, μνήμες από τα παιδικά του χρόνια και
τις βραδινές διαδρομές ήρθαν ξαφνικά στο μυαλό του. Θυμήθηκε πόσο τον είχαν
συναρπάσει τότε τα φανάρια, έστεκαν ψηλά και υπαγόρευαν στο αυτοκίνητο τι πρέπει να
κάνει, τον ενθουσιασμό του όποτε το κόκκινο γινόταν πράσινο και το αμάξι ξεκινούσε
ράθυμο την διαδρομή του, στην μύτη του ξαφνικά εισέβαλαν οσμές από το σουβλάκι των παιδικών του χρόνων, φτιαγμένο στο χέρι από μια γυναίκα που του θύμιζε σε στοργή και
μαγειρική δεινότητα τη γιαγιά του.

Ακόμα δεν έχει αποδεχθεί το κλείσιμο αυτού του μαγαζιού, αφού ο μονάκριβος γιος της κατάφερε να το χάσει όπως λέγεται μέσα σε μια νύχτα στα χαρτιά, η ένδοξη οικογενειακή επιχείρηση κατέληξε ένα ακόμα θορυβώδες,
άνοστο καφέ στην γειτονιά του περιβόητο για τα γούστα του ιδιοκτήτη στην παράνομη
εργασία και τις τσόχες που έβγαιναν μετά τις δυο το βράδυ καθώς τα φώτα έκλειναν. Με
την παιδική του γεύση να οργιάζει επίμονα αναστέναξε δυσαρεστημένος και αποφάσισε να
σταματήσει στον κοντινότερο σταθμό της εθνικής ώστε να γεμίσει βενζίνη και να φάει
βραδινό. Κάποια χιλιόμετρα απόλυτης σιωπής αργότερα, έβρισκε τις νυχτερινές ραδιοφωνικές εκπομπές εξαιρετικά βαρετές, εξάλλου ήταν καλοκαίρι και οι αγαπημένες
του αθλητικές αναλύσεις θα περιορίζονταν μόνο στις προκλητικές εμφανίσεις της συζύγου του αρχηγού του Ολυμπιακού στην Μύκονο και ας είχε ξεχάσει ο κανακάρης της να κλωτσάει το τόπι από όταν υπέγραψε εκείνο το βελτιωμένο συμβόλαιο, έφτασε επιτέλους στην πολυπόθητη έξοδο για τον σταθμό. Το βενζινάδικο ήταν ανοιχτό, τουλάχιστον έτσι δήλωνε το μοναδικό φως που τρεμόπαιζε πάνω από το ταμείο, ωστόσο χρειάστηκε να περιμένει αρκετή ώρα μέχρι να εμφανιστεί ένας έκδηλα αγουροξυπνημένος έφηβος απέναντί του.

«Τί βάζω;» ρώτησε πνίγοντας ένα χασμουρητό χωρίς καν να κοιτάξει μέσα από το ανοιχτό
παράθυρο. «Γέμισέ το με κατοστάρα» απάντησε δύσθυμα, δεν είχε συνηθίσει να του
μιλούν στον ενικό, όλη του τη ζωή του έλεγαν ότι μικροδείχνει αλλά από την στιγμή που
έβαλε γυαλιά μυωπίας οι άγνωστοι είχαν υιοθετήσει τον τυπικό πληθυντικό αριθμό, άρχισε να ψάχνει στο αυτοκίνητο για μετρητά ώστε να φύγει όσο δυνατόν γρηγορότερα, η
λιγούρα μέσα του είχε φτάσει σε ανησυχητικά επίπεδα. Ο υπάλληλος κούμπωσε
νυσταγμένος την αντλία στο ντεπόζιτο και μόνο τότε το ενδιαφέρον του για το επάγγελμά
του αναζωπυρώθηκε, αφήνοντας το αμάξι να γεμίζει πλησίασε την πόρτα του οδηγού και
ρώτησε κοιτώντας μέσα από το τζάκι «απίστευτο αυτοκίνητο, έβλεπα τις προάλλες ένα βίντεο που έλεγε ότι πιάνει τα 250, ισχύει;» κοίταξε συνωμοτικά μήπως η μητέρα του είχε ξεπροβάλλει από το δίπλα εστιατόριο όπου και δούλευε και συνέχισε «ξέρεις και εγώ καμία φορά με τα φιλαράκια βγαίνουμε στην εθνική και το πατάμε. Όχι τόσο βέβαια, δεν έχουμε τέτοια εργαλεία, αλλά κατάλαβες».

Καθώς άκουγε τον ενθουσιώδη μονόλογο του
μικρού είχε καταφέρει να βρει τα μετρητά που είχε υπολογίσει ότι χρειαζόταν, περίμενε να
τελειώσει τη, μετριοπαθή για την ηλικία του, αφήγησή του και του έδωσε τα χρήματα. «Το
όριο ταχύτητας εδώ είναι 130» του είπε με όσο μπορούσε τυπικότερο τόνο, όταν είδε τα
μάτια του μικρού να γυρνάνε όμως σε αγανάκτηση για την απάντηση που έλαβε
συμπλήρωσε «η τελική του αυτοκινήτου ωστόσο είναι 257» ο μικρός χαμογέλασε ακαριαία και πήγε να βγάλει την αντλία και να φέρει τα ρέστα. Καθώς κούμπωσε το καπάκι του ντεπόζιτου το αυτοκίνητο ξεκίνησε προς το πάρκινγκ του εστιατορίου. Στην αρχή απόρησε και σκέφτηκε γιατί έπρεπε να κυνηγήσει εκείνο τον τύπου που τον περνούσε οριακά πέντε χρόνια μέχρι την άλλη άκρη του σταθμού αλλά μετά αναθεώρησε «άλλα πέντε ευρώ πιο κοντά στο πρώτο μου αυτοκίνητο» σκέφτηκε καθώς έστριβε πάλι τον ανεμιστήρα προς το πρόσωπό του και ξανάπεφτε για ύπνο.
Βγήκε από το αμάξι πιασμένος από τις συνεχόμενες ώρες οδήγησης, τα πόδια του ήταν μουδιασμένα και το τζιν είχε ιδρώσει και πλέον κολλούσε στα μπούτια του, ούτε ο ίδιος
ήξερε γιατί απεχθανόταν τόσο τις βερμούδες αλλά καθώς ένιωθε την καλοκαιρινή υγρασία
πάνω του είχε αρχίσει να το ξανασκέφτεται. Ήταν το ένα από τα τρία αμάξια αυτή τη
στιγμή στο χώρο, τα άλλα δύο ήταν ένα ολοκαίνουργιο πολυτελές τζιπ επτά θέσεων και το τρίτο ένα ταλαιπωρημένο μικρό δεκαπενταετίας, από την λάσπη στους προφυλακτήρες καταλάβαινε κάποιος ότι οι καλύτερές του μέρες είχαν μάλλον παρέλθει.

Όταν μπήκε στο μαγαζί το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν η απουσία οποιουδήποτε κλιματισμού, με την θερμοκρασία στο αυτοκίνητο σταθερή σε σχεδόν πολικές θερμοκρασίες, δυσανασχέτησε και αποφάσισε να μείνει όσο το δυνατόν λιγότερο μπορούσε μέσα σε αυτό το μέρος. Πήγε στο ταμείο να παραγγείλει, ένα μπέργκερ, μια κόκα κόλα και έναν διπλό εσπρέσο σκέτο, από όσο θυμόταν η συγκεκριμένη αλυσίδα μπορούσε να προσφέρει και τα τρία χωρίς σημαντικούς συμβιβασμούς στη γεύση. Η παραγγελία ετοιμάστηκε αμέσως και εκείνος κάθισε στο τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία με θέα το αυτοκίνητό του, με την άκρη του ματιού του μπορούσε να δει μια τετραμελή οικογένεια να κάθεται στο γωνιακό τραπέζι.

Έφαγε λαίμαργα καθώς τους παρατηρούσε από απόσταση που του επέτρεπε να μην
καρφώνεται πάνω τους. Τα δύο παιδιά έμοιαζαν εξαιρετικά μεταξύ τους και με την μητέρα τους, αδύνατα, με ανοιχτό δέρμα που είχε κοκκινίσει από τις πολλές ώρες στον ήλιο και την πιθανή έλλειψη αντηλιακού και μπλε παιχνιδιάρικα μάτια ταλαιπωρημένα από την αϋπνία.

Η μητέρα τους ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακή, είχε καστανά μαλλιά, εκείνο το καστανό
που ερωτεύτηκε κάποια στιγμή στο δημοτικό και βίωσε την πρώτη του ερωτική απογοήτευση όταν τον άφησε να την περιμένει για σαράντα πέντε λεπτά μετά το σχόλασμα
και εκείνη έφυγε με τα σχολικά αναγκάζοντάς τον να ζητήσει, ηττημένος για πρώτη του
φορά, από τον πολυάσχολο πατέρα του να έρθει να τον γυρίσει σπίτι. Ήταν αδύνατη, θα
μπορούσε στα νιάτα της να κάνει στίβο ή μπαλέτο, όπως έβλεπε τις λεπτεπίλεπτες κινήσεις που έκοβε το σκληρό, πολυκαιρισμένο μπιφτέκι της κόρης της μάλλον έτεινε προς το
δεύτερο. Τα μάτια της δεν μπορούσε να τα διακρίνει αφού του είχε γυρισμένη την πλάτη,
ήταν σίγουρος ωστόσο ότι ήταν αρκετά ανοιχτά ώστε να κρύψουν το σκοτάδι που συναντά το βλέμμα του όποτε αντικρύζει τους άλλους στα μάτια. Ο πατέρας των παιδιών ήταν η απόλυτη αισθητική ασυμφωνία, φουσκωμένος ελαφρά από την μέση και πάνω, με ένα ιδρωμένο πουκάμισο να τεντώνει αρκετά πάνω ώστε να αποκαλύπτει το επώνυμο, κόκκινο εσώρουχο του που έμοιαζε βγαλμένο από διαφήμιση αμφίβολου γούστου περασμένης δεκαετίας. Αυτό που εξόργιζε ωστόσο τον πάλι διαυγή από τον καφέ παρατηρητή όμως ήταν η συχνότητα και η αγαρμποσύνη με την οποία η παλάμη του κατευθυνόταν ανάμεσα στα πόδια της συζύγου του. Την πρώτη φορά που το παρατήρησε αποφάσισε να καθαρίσει τα γυαλιά του μήπως δεν έβλεπε καλά αλλά σε διάστημα ενός πενταλέπτου είχε σιγουρευτεί, ο άντρας διαρκώς πίεζε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της και εκείνη τα έσφιγγε και τραβιόταν όσο μπορούσε πίσω χωρίς να την καταλάβουν τα παιδιά της. Ο ιδρώτας έτρεχε πλέον απτόητος στους κρόταφούς του αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε.

Ήπιε τον κρύο πλέον καφέ με μια βιαστική γουλιά και πήγε να παραγγείλει δεύτερο.
Καθώς παρήγγειλε είδε την γυναίκα να σηκώνεται και να κινείται προς την τουαλέτα,
χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, πλήρωσε τον καφέ, τον πήρε μαζί του και κατευθύνθηκε
γρήγορα προς τα πίσω της, προσπαθώντας να μην κινήσει τις υποψίες του άντρα της που
γελούσε με την αδυναμία του γιού του να ανοίξει το γλυκό που περιείχε το παιδικό του
γεύμα. Καθώς εκείνη έμπαινε σχεδόν βιαστική στην τουαλέτα εκείνος δίστασε «να την περιμένω μέσα;» «αν φοβηθεί και φωνάξει καταστραφήκαμε» «έχω αρχίσει και
φαντάζομαι πράγματα από τα ξενύχτια». Αποφάσισε να την περιμένει δίπλα από τους
γυναικείους νιπτήρες, κάποιες στιγμές αργότερα βγήκε σηκώνοντας την τζιν βερμούδα της και τον αντίκρυσε τρομαγμένη. «Τί θέλετε, εδώ είναι οι γυναικείες τουαλέτες, κάνετε λάθος» είπε βιαστικά και ψυχρά με τα μάτια της να καρφώνονται στην έξοδο. «Όχι εγώ δεν δεν έκανα λάθος, είστε καλά;» είπε τραυλίζοντας προσπαθώντας μάταια να μην την τρομάξει περισσότερο, εκείνη είχε φτάσει στην πόρτα καθώς εκείνος βρήκε το θάρρος να πιάσει το χέρι της που έτεινε να ανοίξει την πόρτα και της είπε μαζεύοντας κάθε κουράγιο
μέσα του «σε χτυπάει; θέλεις βοήθεια;» εκείνη πάγωσε και τον κοίταξε με αμφιβολία, το
χέρι του έφυγε από το δικό της καθώς γύριζε να τον κοιτάξει. Το βλέμμα της συνάντησε το
δικό του, τελικά είχε πέσει μέσα, όντως το χρώμα των ματιών της έκρυβε το μαύρο των
δικών του, ήταν όμως κρυμμένο το ζωηρό γαλάζιο πίσω από μια ομίχλη. Αναρωτήθηκε
πόσες νύχτες φοβισμένου ύπνου χρειάστηκαν για την θολούρα στα μάτια της όσο την
κοιτούσε βαριανασαίνοντας. Εκείνη κατάφερε να ανασυγκροτηθεί και ψέλλισε «δεν είναι
κάτι, απλά καμία φορά τον κυριεύουν οι ορέξεις του, ξέρεις» είπε και κοίταξε αμήχανη
προς το πάτωμα, μην καταφέρνοντας να πείσει ούτε τον εαυτό της, «όχι, δεν ξέρω» είπε
ψυχρά εκείνος καθώς την πλησίασε άλλη μια φορά, τα μάτια του πλέον είχαν φτάσει
κολλητά στα δικά της «πάρε τα παιδιά σου και φύγε, δεν χρειάζεται να το ζήσεις όλο
αυτό». Εκείνη άνοιξε την πόρτα μην μπορώντας να πάρει τα μάτια της από πάνω του, «δεν μπορώ, δεν γίνεται, δεν ξέρεις» είπε και έφυγε κλείνοντας την πόρτα βιαστικά. Εκείνος κοίταξε την άδεια τουαλέτα άρχισε να ψάχνει το δωμάτιο για τον καφέ του, τον βρήκε πλάι στο σαμπουάν και τον κατέβασε μονορούφι, πήρε μια γκριμάτσα αηδίας και με πίκρα στο στόμα αναστέναξε «ναι, δεν ξέρω».
Όταν γύρισε στα τραπέζια, η οικογένεια είχε φύγει και το άδειο ποτήρι με τον πρώτο καφέ
είχε πέσει οριζόντιο στο τραπέζι. Βγήκε γρήγορα από το εστιατόριο και μπήκε στο
αυτοκίνητό του, κοίταξε από τον καθρέπτη στο βενζινάδικο και δεν είδε ψυχή, ο μικρός θα
είχε ξαναπέσει για ύπνο. Βγήκε στην εθνική και γρήγορα ανέπτυξε μια απαγορευτική για
τον κυκλοφορικό κώδικα ταχύτητα, κάποια στιγμή είδε στην διπλανή λωρίδα το τζιπ να
κινείται βαριεστημένα. Το προσπέρασε και γύρισε να κοιτάξει την γυναίκα στη θέση του
συνοδηγού, το βλέμμα της ήταν παγωμένο καθώς τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.
Σκέφτηκε αν εκείνη τη στιγμή το χέρι του άντρα της βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια της
καθώς παρατηρούσε ένα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της. Αυτό σίγουρα θα του έδινε
άλλον έναν λόγο να μην κοιμάται τα βράδια και θα προσέθετε άλλο ένα πρόσωπο σε αυτά
που του στερούσαν την ξεκούραση. Είχε υπολογίσει να έφτανε στον Καταρράκτη τις
πρώτες πρωινές ώρες, έφτασε ωστόσο πολύ νωρίτερα και ήπιε άλλον έναν τελευταίο
νυχτερινό καφέ με την πίκρα της νυχτερινής του συνάντησης νωπή στα σκούρα μάτια του.
Άλλη μια νύχτα που έχασε λίγη από την πίστη του στους ανθρώπους.

Σίσυφος

Photography credits: George Dragas

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: