Τι, μόνο άνω θρώσκει, θαρρείς, ο άνθρωπος; 

Ας πούμε ότι είμαι γάτα που διανύει την έβδομη ζωή της. Με τρίχωμα μαύρο σαν πίσσα. Μόνο έτσι εξηγείται πως κουβαλάω αμαρτίες και από τις έξι προηγούμενες ζωές μου. Τόσες, που δεν ξέρω εάν το μικρό κορμί μου με τη στραπατσαρισμένη του ουρά αντέχει πια να τις σέρνει. Κι αν υπάρχει η μετενσάρκωση, είναι κάκιστο το κάρμα μου, είναι τασάκι για στάχτες δεκατριών -πόσο πιο γρουσούζικο- πακέτων Karelia, όχι light, αλλά πιο heavy πεθαίνεις. Είμαι γάτα, λοιπόν, και περπατώ στα νύχια των ποδιών μου -αφού βολεύει πιο πολύ να κινούμαστε στα κλεφτά παρά στα φανερά- σε κατουρημένα πλακόστρωτα στενάκια. Μόνο σε τέτοια χωρά, εξάλλου, η περηφάνεια μου. 

Κάτι μπατίρικα χαρτόμουτρα που ιδρώνουν αιθανόλη έξω από έναν τεκέ, πάνω σε έναν τενεκέ, φτύνουν στις χούφτες τους τα ζάρια μπας και βρουν τη ρέντα και τους μειδιάσει η τύχη. Ένας μπεκρούλιακας με κλωτσάει με τόση λύσσα, που προσγειώνομαι στη σκεπή μιας παράγκας. Κι εγώ την τύχη μου, πάντως, αναζητώ, μια ρέγκα, αντί ρέντας, εύχομαι να πέσει από τον πάγκο του ψαρά στη λαϊκή αγορά που αρχίζει σε λιγάκι. Ξημέρωσε και πάλι και το μαύρο ζυμάρι του σκοταδιού της νύχτας μπαίνει στο φούρνο και ψήνεται. Ας μην καεί κι απόψε…

Κι έρχονται σιγά σιγά, λογιών λογιών πωλητές στη λαϊκή, ξεφορτώνουν εμπορεύματα και σε λίγη ώρα θα διαλαλούν την πραμάτεια τους.

Άλλος πουλάει υπομονή,
άλλος πουλάει ανοχή,
άλλος την εξουσία,
πιο ‘κει πουλούν δυναμισμό,
θάρρος και τόλμη, λογισμό,
μα πουθενά φιλία…

Τς τς… Πανάκριβη και σήμερα η αξιοπρέπεια, θα ξανακοιτάξω στη λαϊκή του Σαββάτου, μήπως και πέσει η τιμή της. Λέπι δεν έπεσε, πάντως, από τον πάγκο του ψαρά. 

Στρίβω, λοιπόν, στην εκκλησιά, όχι τίποτ’ άλλο, για να ζεστάνω την ουρά μου. 

Ανάγκη δεν έχω να απαλύνω την ταπείνωση με χρυσοποίκιλτους ψαλμούς.

Μπαίνοντας μέσα, βλέπω ανθρώπους -ανάμεσά τους, τι ειρωνεία, κι ο γέρος που πριν λίγο με κλώτσησε- να σκύβουν τόσο χαμηλά, που σκίζονται τα γόνατά τους

Η γονυκλισία είναι έκφραση μετάνοιας και πένθους. 

Για τι να πρωτομετανοήσουν όλοι αυτοί, για ποιον να πρωτοπενθήσουν… 

Αλλά θα μου πεις, έγινε και το πένθος sms, κωδικός πέντε. 

Τόσο χαμηλά σκύβουν, πάντως, που σε λίγο θ’ ανταμώσουν με τους νεκρούς τους, θα φιληθούν στόμα με στόμα. Μα οι νεκροί δεν είναι πάντα ξαπλωμένοι. Μόνο εδώ, βλέπω πόσους ν’ αναπνέουν μπροστά μου, με οστά κατακερματισμένα να πασχίζουν να μείνουν όρθια σαν τρεμάμενοι σταλαγμίτες, σάρκα να κρέμεται πάνω τους σάπια, γαγγραινιασμένη, ψυχές να αιωρούνται πάνω απ’ τα κεφάλια τους σα σταλακτίτες με φωνές πνιχτές, γεμάτες κρυοπαγήματα. 

Ακρωτηριασμένοι μου εσείς, για ποιον απ’ όλους να κλάψω πρώτα; Ποιος αξίζει τα δάκρυά μου ή μάλλον ποιος τα προκαλεί; 

Ανήμπορος να μου απαντήσω, συνεχίζω να κοιτάω τριγύρω μου και τότε, παρατηρώ πως όσο προσεύχονται, δεν κοιτάει ποτέ κανείς τους ψηλά, ακόμη και όταν με –θα ‘θελαν- σοφία «ορθοί ακούνε». Όρθιο είναι μόνο το σώμα τους, όχι το πρόσωπό τους. Θέλω να κλάψω για όλους τους και ταυτόχρονα για κανέναν, να σώσω τα δάκρυά μου για την πάρτη μου. 

Αν οι άνθρωποι κοιτούσανε όντως ψηλά και στοχεύανε ακόμη ψηλότερα από το οπτικό τους πεδίο, θα άξιζαν να λέγονται άν-θρωποι. 

Μα δεν τους πλάσαμε εμείς. 

Τα ψηφιδωτά στους τοίχους γεμίζουν χρώματα τη μαύρη ατμόσφαιρα. Επικρατεί το Κόκκινο. Αίμα, πάθος (ή και πληθυντικός, Πάθη), έρωτας, τιμωρία, θυμός, αμαρτία. Κόκκινο. Τα μάτια του γέρου που με κλώτσησε είναι τόσο κόκκινα -απ’ την αϋπνία ή το αλκοόλ; Δε με νοιάζει να μάθω- που νόμιζα πως θα έκλαιγαν αίμα σε λίγο. Σχεδόν τον λυπήθηκα, να τον κοιτώ με πόνεσε πιο πολύ και από παρανυχίδα. Σαν ιός, ταχύτατα μεταδοτικός και θανατηφόρος, η όψη του γέρου καθρεφτιζόταν στων άλλων οχτώ πιστών που βρίσκονταν μέσα στο ναό. Μακριά ο ένας απ’ τον άλλο στα στασίδια, μα τόσο κοντά στους σβολιασμένους νόες τους. 

Μακάρι οι βολβοί των οφθαλμών να ακινητοποιούνταν και να κοιτούσαν μονάχα ψηλά. Τότε η «ωψ1» του γέρου θα φωτιζόταν απ’ τον ήλιο και θα αντανακλούσε σαν πρίσμα το φως και στα «ώπα» των άλλων πιστών. 

Μα δεν τους πλάσαμε εμείς. 

Σήμερα ο άνθρωπος ξέχασε να κοιτά ψηλά. Γεωτρήσεις έκανε με το βλέμμα στο έδαφος. Έγινε «κατά-θρωπος». Του άρεσε να βλέπει αφ’ υψηλού τους άλλους να ‘ναι κάτω από ‘κείνον και αυτός να ρίχνει ολοένα και χαμηλότερα τα ιδανικά του. Να τα κλωτσάει, μη σου πω, όπως ο γέρος εμένα.

Μα δεν τον πλάσαμε εμείς. 

Βάζω στοίχημα πως ο γέρος -και όχι μόνο αυτός- αμέλησε να βάλει το αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο στα ήδη μίζερα Χριστούγεννα που πέρασε. Στόλισε μονάχα τα χαμηλά κλαδιά του. Έκοψε τα ψηλότερα, από φόβο και δειλία. Γιατί για να φθάσει ψηλά και να τιμήσει το όνομά του, έπρεπε να κοπιάσει. Γιατί δεν ήθελε να μπει στον κόπο να λάμψει σαν το αστέρι, φοβόταν μήπως τυφλωθεί από την ίδια του τη λάμψη, είτε απ’ τη λάμψη των άλλων που τόσο φθονεί. 

Μα δεν τον πλάσαμε εμείς. 

Πολύ αμφιλεγόμενη η ετυμολογία της λέξης «άνθρωπος» και για να ξεμπερδεύουμε, μια λέξη που θα του ταίριαζε καλύτερα θα ήταν ο «κατάκοιτος» που ούτε όρθιος είναι, ούτε αναπηδά, ούτε κοιτά ψηλά, ούτε είναι πλέον ζώο φιλέρευνο2– κλείνει τ’ αφτιά του στην αλήθεια και στη γνώση. Εγώ, λοιπόν, που σας συστήθηκα ως γάτος, θα γίνω πιο «περίεργος» απ’ τον άνθρωπο, κι ας είναι η περιέργεια που θα με σκοτώσει. 

Τελικά, ήρθε το επόμενο Σάββατο και η τιμή της αξιοπρέπειας έπεσε ακόμη πιο χαμηλά. Και το μεθεπόμενο Σάββατο έπεσε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο,…,… Μέχρι που έπιασε πάτο. Ο άνθρωπος σήμερα απογοήτευσε τον άνθρωπο. Ντρόπιασε τ’ όνομά του, γιατί το ξέχασε. Κι εγώ πιο πολύ από κάθε θεό, είχα ανάγκη να πιστέψω στον ΑΝΘΡΩΠΟ. Θα μπορούσα να πιστέψω στη Μπαστέτ, θεά των αίλουρων. Μα και αυτή την έπλασαν οι άνθρωποι κι εγώ δε θέλω να πιστεύω άλλο σε προϊόντα της φαντασίας τους. Ανάγκη έχω να πιστέψω στους ίδιους, να πιστέψω πως κάποτε δε θα χρειάζονται να πιστεύουν παρά μόνο ο ένας στον άλλο και στους εαυτούς τους. 

Άλλο ένα μεσημέρι που πριν το φαγητό μου (τα απομεινάρια απ’ τα λέπια στη λαϊκή) δε βρήκα σε ποιον να απευθύνω προσευχή. Κοίταξα κι εγώ χάμω κι έγλειψα κόκκαλα και λέπια. Δε θα κουράσω λέγοντας πως όλοι σκέτα κι άχρωμα κόκκαλα θα γίνουμε κάποτε.  

Θα ‘ρθει ένα μεσημέρι, όμως, που ο ήλιος δε θα δύσει και θα βρω σε τι να πιστέψω. Θα ‘ρθει ένα μεσημέρι που δε θα το διαδεχτεί η νύχτα. Και θα αγκυλωθούνε τα κεφάλια όλων να κοιτούν ψηλά. Και λόγος να θρηνήσουν άλλος δε θα υπάρχει. Ας κοιτάξουμε ψηλά, λοιπόν, μέχρι να πάθουμε αυχενικό. 

1της ωπός, σημαίνει πρόσωπο. Μια άλλη θεωρία θέλει τη λέξη «άνθρωπος» να προέρχεται από: ανά + θερ (>ferire = φέρω) + ωψ 

2Ο Πλάτωνας στον «Κρατύλο» γράφει : «Τα άλλα θηρία απ’ όσα βλέπουν, τίποτε δεν ερευνούν, ούτε συλλογίζονται ούτε παρατηρούν με προσοχή, ο άνθρωπος, όμως, συγχρόνως βλέπει και παρατηρεί με προσοχή και συλλογίζεται εκείνο που έχει ιδεί. Απ’ αυτό, λοιπόν, βγαίνει ότι από τα θηρία μόνον ο άνθρωπος σωστά ονομάστηκε άνθρωπος, ο εξετάζων όσα έχει ιδεί». 

Photography credits: Kerasia Mp

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: