Παρθένα, από βελούδο κεντημένα χείλη,
ακουμπισμένα μονάχα απ’ τ’ απαλό αγέρι,
δεν έχουν να δαγκάσουν παρηγοριάς μαντήλι.
Τις πίκρες που γεύτηκαν, ποιος να τις ξέρει…


Παλάμες άδειες από ταίρι που δε βρήκαν,
αγνές δυο τούφες που ανεμίζουν με χάρη.
Ξεραμένα μάτια που βρεγμένα γινήκαν’
με δάκρυα, βροχή για ένα χέρσο χορτάρι.


Κλαίνε που η θάλασσα στέγνωσε πάλι,
που τα βουνά απ’ τον ήλιο καήκαν’.
Μοίρα απ’ αυτή που ‘θελαν, τους βρήκε άλλη,
τι κι αν ξημέρωσε, δε λυτρωθήκαν’…


Ματωμένο ροδοπέταλο, κεκαμμένο απ’ τη θλίψη,
πενθεί που σε κανέναν μέρες πια δεν έχει λείψει.
Ελπίδες που κρεμάστηκαν σαν πολυέλαιος,
θησαυρού κυνηγοί, αποζητούμε το έλεος.


Γλυκανάλατο φως, λερωμένο με ασβέστη,
ποιος θνητός, ποιος θεός σήμερα, άραγε, ανέστη;
Δεν ηχεί η απειλή πάντα σαν τα κανόνια,
μπορεί να ‘ρθει μια αυγή, σιωπηλή σαν τα χιόνια.


Δροσερό μου νερό, να σε πιω δεν προφταίνω,
κι ειν’ ο φόβος, θαρρώ, που ρουφά ό,τι ανασαίνω.
Πώς ν’ ανθίσει βλαστός, αν του λείπει το χώμα,
να φυτρώσει το φως, αν η φύση είν’ σε κώμα;


Κλαίει κι ο θάνατος πια που αδύναμος είναι,
μπρος στην άθλια ζωή, σ’ εκείνον πια λένε «μείνε»!
Σαπισμένα μου δέντρα, στις ρίζες σας ξαπλώνω,
έστω ως λίπασμα πια, να αξίζω να επιβιώνω

Photography Credits: Nikita

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: