Δεν βρέθηκαν στα ίδια μέρη δεν ήταν ίδιοι με αυτό που ήταν όταν ξεκίνησαν. 
Μα το ορκίζομαι ήταν το ίδιο ερωτευμένοι.
Άκουσα πως αυτή η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ…
Μπροστά τους οι λέξεις ήταν και είναι  αδύναμες και η απόσταση μεγάλη.

Κανείς δεν τόλμησε να βουτήξει αυτόν τον έρωτα μέσα στο μελάνι και να γράψει όσα ένιωσαν, όσα έγιναν και όσα ειπώθηκαν.
Μα τα πιο δύσκολα ήταν αυτά που δεν ειπώθηκαν. Αυτό το ανεκπλήρωτο που τους έτρωγε μέρα με τη μέρα, όλες οι υποσχέσεις που είχαν δώσει, όλα τα μικρά και μεγάλα «θέλω» και οι στιγμές που δεν κατάφεραν να ζήσουν γιατί δεν είχαν χρόνο ή ίσως δεν ήθελαν να δώσουν χρόνο.
Αυτή η ιστορία στριφογυρνάει μέσα στις υποψίες όσων βρέθηκαν μαζί τους, ανάμεσα σε ανθρώπους μ’ ανοιχτά μυαλά αλλά με στόματα κλειστά.
Είχαν ξεχάσει πώς ένιωθαν στον ίδιο χώρο, είχαν ξεχάσει αυτήν τη γλυκιά νοσταλγία, την ένταση και τον ηλεκτρισμό που μπορούσε να κατακλύσει ολόκληρη πλατεία.
Ο χρόνος τούς άλλαξε, ο χρόνος τους ωρίμασε, ο χρόνος επούλωσε πληγές.
Πληγές που υπήρχαν πριν καν γνωριστούν και πληγές που, δυστυχώς, δημιούργησαν ο ένας στον άλλον.
Ανάμεσα στις κλεφτές ματιές μια παράξενη λατρεία. Ίσως είναι υπερβολικό αλλά πιστεύω πως αλληλοσυμπλήρωναν ένα παζλ.
Ωστόσο, από αυτό το παζλ έλειπε ένα  κομμάτι… το θάρρος. 
Το θάρρος να αφήσουν όλα τα πρέπει στην άκρη, το θάρρος για να βρουν την υπομονή που έχασαν κάπου στην πορεία. 
Ματιές σαν μικρές σπίθες που στο τέλος έγιναν μια ανεξέλεγκτη φλόγα.
Η γλώσσα του σώματος φώναζε «σε θέλω» αλλά πάντα υπήρχε και αυτό το χαμόγελο που γέμιζε τον άλλον μια γαλήνη, ήταν το δικό τους «Σ’αγαπώ»
Απίστευτο. Η τέλεια αμοιβαία αρμονία ανάμεσα στο πάθος και την ηρεμία. 

Μέσα σε αυτή την τυχαία συνάντηση η μόνη σκέψη που τριγυρνούσε στο μυαλό τους ήταν να φύγουν μετά μαζί.  Να πνίγουν στις αγκαλιές και στα φιλιά, να μηδενίσουν την απόσταση και να αφήσουν τους εαυτούς τους ελεύθερους ζώντας το τώρα βασισμένοι όμως στο παρελθόν, γιατί πέρασαν πάρα πολλά και το δέσιμο που έχουν δύσκολα θα καταφέρουν να το ξαναβρούν. Το ξέρουν και οι δυο αυτό, δεν αμφέβαλλαν ποτέ.

Γιατί ξέρουν ότι έχουν αποτυπωθεί και χαραχθεί ο ένας στον άλλον με έναν τρόπο μοναδικό. Ζουν το αμοιβαίο ακόμη και όταν δεν ζουν το μεταξύ τους.
Γι΄ αυτό δεν μπορούσαν να επιτρέψουν να ξεκινήσει πάλι ένας φαύλος κύκλος.

Έτσι, λοιπόν, ήπιαν το τελευταίο τους ποτό κάνοντας ένα κρυφό νεύμα, ψιθυρίζοντας από μακριά «στην υγειά μας» και έφυγαν με μια μόνο σκέψη: «Μου λείπεις. Και το ξέρω ότι σου λείπω και εγώ».

Μαριάνα

Photography credits: El

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: