Στις σκιές που διψάνε για φως, τάζω ευθαρσώς τα μάτια σου.
Κάθε που αναστενάζει ο αγέρας, νοσταλγώ το στόμα σου…
Όταν σβήνει η μουσική στις παμπ, τους ζητώ να παίξουν το γέλιο σου.

Κάπου εκείνη την ώρα, σαν ξημερώνει η αρχή του τέλους και σημαίνει το
τέλος της αρχής κι ύστερα η έναρξη της συνέχειας, σ’ αγαπώ περσότερο, γιατί
τότε έχει κρύο κι ενθυμούμαι μελαγχολικά πώς είναι να ‘σαι τυλιγμένος με τη
θαλπωρή δυο χεριών που καλούνται να γίνουν κουβέρτες, από ‘κείνες τις
μάλλινες που τσιμπούν – γιατί τσούζει η επιθυμία, λένε- κι από κάτω τους
βρίσκει κανείς μ’ ανασκαφές λογιών λογιών πραμάτεια ενός ντροπαλού
ενθουσιασμού∙μουσκεμένα χαρτομάντιλα από ματόκλαδα που στάζουν
χλιαρές συγκινήσεις, λίγη λιωμένη σοκολάτα που όμως τη γλύκα των παρειών
σου – σκέτα λουκούμια!- δεν τη φθάνει, στραπατσαρισμένα του κινητού μου
ακουστικά που όλο με κατσαδιάζεις τι τα κρατώ, «γιατί», μου λες, «να σου
αρκούν αυτά, όταν μπορούμε να φλερτάρουμε υπό τον ήχο ενός πικάπ, εγώ
να… χαϊδευοδιαλέγω δίσκους για να σου αφιερώνω κι εσύ να
χαϊδευογλιστράς στην ιδρωμένη μου πλάτη;». Συζητήσιμη και η προσφορά
ενός κομψού γραμμόφωνου.
Μαζί σου έτσι έμαθα∙ όταν μπορώ να έχω τα πολλά, θα παλεύω γι’ αυτά, «κι
άσε τα λίγα για όσους λίγο τον εαυτό τους νομίζουν». Μια μέρα απόρησα γιατί
μένεις κοντά μου∙ γιατί είμαι για ‘σένα τα πολλά ή θαρρείς τον εαυτό σου λίγο;
Πάντως για ‘μένα είσαι τα πάμπολλα, τ’ ασήκωτα, τ’ αλάθητα, τ’ ανείπωτα.
Γλυκο…φυλούσα τα ονειρεμένα μυστικά μας και τα μυστικά όνειρά μας, μη
μας τ’ αρπάξει ο κατηραμένος όφις, ο Λησμονιάς, αυτός ο μίζερος γεράκος
που πέρασε μπροστά μας εκείνο το πρωινό, όταν ρουφούσες αθώα το
αναψυκτικό σου κι εγώ σε ρώτησα «Τι γεύση έχει;» και μου ‘πες «Ξέχασα».
«Κιόλας;», ξαφνιάστηκα. Και με την πιο γοητευτική αφέλεια της πλάσης, μου
γέλασες αυθόρμητα: «Μα έτσι που με κοίταξες, όλες μου οι αναμνήσεις
ντράπηκαν κι έτρεξαν να μας αδειάσουν τη γωνιά, για να φτιάξουμε καινούριες
στη θέση τους».
«-ουμε». Πόσο λατρεύω το α’ πληθυντικό, την οργασμική εκπλήρωση της
ανάγκης του «ανήκειν». Του να μου ανήκεις, του να σου ανήκω, πάντα
ελεύθερα, μα πάντα παντοτινά.
Κι όταν με ταΐζεις λαδερά κι εγώ σου λέω «Μη, θα με παχύνεις!», εσύ με με
καθησυχάζεις γλυκά μ’ ένα κάλπικο παράπονο: «Ξέρεις πόσα κιλά ευθύνης
έχω πάρει από τότε που σ’ αγαπώ;». Βαρύ φορτίο να ξέρεις πως πέρα από
το απέραντο, το άπληστο, το ευκαταφρόνητο κι απαίδευτο Εγώ σου, πολλά
ακόμη «Εγώ» εκεί έξω υπάρχουν. Κι όλα πεινούν για την πανάκριβη προσοχή
σου. Αξίζουν, όμως, να τηνε μάθουν οι άνθρωποι εκείνοι που θα πληρώσουν
αλμυρά δίδακτρα. Εσύ πια, Εσύ, μ’ ένα σου βλέμμα ξόφλησες μονομιάς.

Συνώνυμο τσ’ αγάπης μου για σε’ η ευγνωμοσύνη. Γιατί μαζί σου γνώρισα το
ωραιότερο Εγώ μου και δε φοβάμαι να σου το δίνω κάθε μέρα, σταγόνα-
σταγόνα. Γιατί με έπλασες περίτεχνα, ‘κει που ήμουν ένας άμορφος πηλός. Δε
δίστασες να λερωθούν τα κρινοδάκτυλά σου για να χτίσεις ό,τι Είμαι. Μη με
γκρεμίσεις ποτέ, άσπρο μου μαύρο. Όσες φορές κι αν σκουρύνω, βάφω τα
σφραγισμένα βλέφαρά μου με το λευκό της σκιάς σου. Ακόμη κι αυτή,
ολάνθιστο φως με πλημμυρίζει…
Σου γράφω όσο κοιμάσαι πλάι μου, να μην ταράξω την αρχοντική γαλήνη
σου, έχοντας για παρέα μου ένα ξάγρυπνο κουνούπι που ετοιμάζεται να
γευτεί την φρουτένια σάρκα σου. Το διώχνω, διότι μονάχα εγώ μπορώ να
ενωθώ με το αίμα σου κι αυτό για να σου μεταγγίσω το δικό μου. Γιατί ό,τι
κυλάει μέσα Σου, είμαι εγώ, με ε μικρό. Στο στενό αυτό σανίδι που βαφτίζουμε
κρεβάτι, στου τώρα το «ω» χωράμε άνετα, πλάστης και δημιούργημα,
σφιχταγκαλιασμένοι.

Photography credits: Kornilia H.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: