Τελευταία, το έχανα συνέχεια. Μια φορά, μου έπεσε ανάμεσα στην αναπάντητη -συνειδητά από τους παραλήπτες της- αλληλογραφία μου. Τόσο είχα ταραχτεί από την αγένειά τους, που εκείνο κλείστηκε μόνο του μέσα στους φακέλους με τα νοτισμένα γράμματά μου, τα οποία μου επιστρέφονταν σφραγισμένα, όπως ακριβώς τα έστειλα. Λες και απ’ την απάντηση που θα λάμβανα, περίμενα να έπαιρνε και η ζωή μου άλλη τροπή. Για όσους ακόμη αναρωτιούνται, η μη-απάντηση, είναι η πιο ξεκάθαρη απάντηση απ’ όλες! 

Μια άλλη, απλώθηκε κάτω από ένα φαρδύ ρούχο που με έβαλαν να φορέσω, για να κρύψω κάθε σπιθαμή της «απρεπούς μου γύμνιας». Κι αυτά τα τετραγωνικά εκατοστά της σάρκας που προτίμησα να καλύψω, παρακαλούσαν να τα δει ο ήλιος, με ικέτευαν: «Δείξε μας, αξίζουμε κι εμείς την περηφάνειά σου, μην ντρέπεσαι για εμάς». Κι έτσι εκείνο πήγε να τους συμπαρασταθεί στη φυλακή τους. Για τι και σε ποιους επιτρέπουμε να μας πείσουν για τη δική τους αλήθεια, αρνούμενοι τη δική μας;  

Άλλοτε, στριμωχνόταν ανάμεσα σε «φιλικά» τραπέζια που τα… φιλιά τους εκείνο  το τρομάζανε σα να ‘ταν φιλιά του Ιούδα. Ακόμη κι αν μου ‘κανε την χάρη κι εμφανιζόταν, με συνόδευε για λίγο, ψεύτικο και θαμπό. Γιατί, άραγε, ανεχόμαστε να τρώμε και να πίνουμε πλάι σε τοξικούς; 

Σήμερα που ξύπνησα, κοίταξα στον καθρέφτη του μπάνιου κι εκείνο πάλι έλειπε. Το έψαξα παντού∙ κάτω απ’ τον σπασμένο νεροχύτη, κάτω απ’ το συντεθλιμμένο μαξιλάρι – εξομολογητή μου, πίσω απ’ τις βαριές κουρτίνες που δεν άφηναν να λούσει το φως το δωμάτιο, στο οπισθόφυλλο βιβλίων με τέλη που μόνο happy δεν ήταν και που δεν έλεγα να πάψω να τα ξαναδιαβάζω γιατί ταυτίζομαι, μέσα στα βρώμικα παπούτσια μου που βαριόμουν να φροντίσω, στο ξεχασμένο τάπερ με άνοστο φαγητό της προηγούμενης βδομάδας, σε όλα τα μίζερα σημεία του σπιτιού, τέλος πάντων, μα εκείνο πουθενά… 

Είχα απελπιστεί,  ποτέ δεν θα το παρατούσα σε τόσο αλλόκοτα μέρη. Εκείνο όλο με απέφευγε. Ειδάλλως, ποιος το άρπαζε και το μετακινούσε; Σκεφτόμουν σιωπηλά, πού να βρίσκεται το χαμόγελό μου, αν το ψάχνω εκεί που πρέπει, ώσπου βρήκα ένα σημείωμα κολλημένο στην εξώπορτα, γραμμένο με κόκκινο κραγιόν, από εκείνα που φορούσα καθημερινά, γιατί άβαφο δεν το αποδέχτηκα ποτέ: 

«Χάνουμε όσα επιτρέπουμε να χαθούν. Όλα τα υπόλοιπα ΜΑΣ χάνουν… 
Με σύνεση,
οι Ανασφάλειές σου».

Ακόμη να απαντήσω – συνειδητά ως παραλήπτης – σ’ αυτό το γράμμα…

Photography credits: Kornilia H.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: