Όταν με ρωτούνε φθονερά
πώς καταφέρνω να σε σκέπτομαι ακαταπαύστως 
τόσον πολύ καιρό, 
μ’ όλα τα καιρικά φαινόμενα,
τους απαντώ πως το φθινόπωρο και στις βροχές 
είναι που εντείνεται ο πόθος. 

Όταν απογυμνώνονται όλα τα φυλλοβόλα, 
μα ενυδατώνονται απ’ το γοερό κλάμα των σύννεφων, 
εγώ εκεί, το χρυσοκέντητο αειθαλές μαντήλι 
να σκουπίσει τα δικά σου στρουμπουλά δάκρυα 
που σαν διάφανος χρυσός κυλάνε στις παρειές σου. 
Με κόπο, όταν με ρωτούν, ενθυμούμαι πώς σκάβω ιδρώνοντας
με του καημού το φτυάρι τις ρηχές ρυτίδες που αχνοφαίνονται
στο πλάι των σαρκωδών χειλιών σου, 
από χαμόγελα φειδωλά που πότε-πότε μου δωρίζεις. 
Για όλες εκείνες τις συγκρατημένες συγκινήσεις, 
λιλιπούτειών σου ενθουσιασμών αποτυπώσεις, 
πανηγυρικώς εορτάζω τη γνώμη που στιγμιαία αποκτάς 
για τον «γλυκό» γελωτοποιό που σε τέρπει ευλαβικά. 
Όλου του θιάσου τους ρόλους δεν αλλάζω 
μπροστά σ’ αυτόν του ελεεινού και θλιβερού πένητος της αγάπης.
Ξανά σου τεντώνω το χέρι, θα μου δώσεις πίσω λίγη και σήμερα; 
Ξέρω, τα αυτονόητα δε θα έπρεπε να τα ζητούμε. 
Για αυτό κι απόψε στο μάθημα του Έρωτος θα μείνω μετεξεταστέα…

Photography credits: Despina Niki