Ανάμεσά μας, τι;

Ανάμεσά μας, τι;

Γερνάω, σου είπα. Γερνώ, με α στερητικό, αφού η νιότη που αγόρασα στη γέννα μου είχε ημερομηνία λήξης κι ολοένα και στερούμαι πράγματα. 

Τη νύχτα εκείνη, νέρωσα τόσο το κρασί μου που, στο τέλος, έμοιασε νερό λερωμένο με αίμα. Ήθελα να γευτώ νηφάλια το δείπνο της σαρκός, να μη θρηνώ την επομένη μια μνήμη ήδη απολεσθείσα. 

Είχα ήδη κλέψει το φεγγάρι, το ‘χα κρεμάσει στην πλάτη μου, για να ‘χεις πάντα φως στην κάμαρή μας. (Έτσι θα σταματούσα και τον χρόνο∙ νύχτα γυμνή από φεγγάρι, βεβιασμένη υπόσχεση να ξημερώσει μέρα με κόσμο πιο φωτεινό. Παύση στον χρόνο μέσα μου, απέξω μου, ανάμεσά μας). Πάει καιρός που με καταζητούσαν ως κακουργηματία σε βάρος των ανυποψίαστων εραστών. Πώς ιδιοποιούμουν έναν μεγάλο δορυφόρο, αδειάζοντας τόσα μπαλκόνια ζευγαριών από το αέναα πάλλευκο κάλλος του; 

Δε μ’ ένοιαζε. Ας σβήσει ο ήλιος, ας πέσουν όλα τ’ αστέρια, μες στα πόδια σου θα τα ‘φερνα, με το που τα ζητούσες. Θα στόλιζα την κώμη σου μ’ αστερισμούς, αντί για άνθη, και σκόρπιους πλανήτες. 

Όταν γεράσω- πλάι σου, μέσα σου ή και στη σκέψη σου- δε θα με μέλει που θα με προσπερνούν στον δρόμο, λόγω του αργού βηματισμού μου. Ο νους μου πάντα θα καλπάζει προς το μέρος που σ’ έχει θρονιασμένη. 

Σου είχα πει πως όταν δε θα βλέπω πια καθαρά ή και καθόλου, θα μου δίνεις να μυρίζω τα χέρια σου∙ έτσι θα ξέρω τι ώρα είναι. Αν ευωδιάζουν λεβάντα, θα ‘ναι πρωί, μόλις απλώνεις τη μπουγάδα. Αν βασιλικό, θα ‘ναι απομεσήμερο που μαγειρεύεις με μαεστρία, γιατί εγώ την κουζίνα την βαριέμαι. (Πόσο γλυκά με απήλλαξες από την πλήξη εκείνη, πόσες φορές μου απέδειξες πως ο έρως παίρνει εισιτήριο άνευ επιστροφής για το στομάχι; ). Αν πάλι οσφρύζομαι στις χούφτες ρετσίνι και πεύκο, θα ‘ναι που νυχτώνει κι ετοιμάζεις τα ξύλα για το τζάκι, κι ας σου ‘πα πως όσο μ’ αγαπάς, δεν χρήζω άλλων πηγών θερμαντικών. 

Μπερδεύομαι, όμως, που τα χέρια σου μυρίζουνε μεράκι όλες τις ώρες. Όλες τις ώρες μ’ αγαπάς κι όλες εγώ στο κλέβω. Ανάμεσα στις σγουρές κι εύθρυπτές μου πια φλέβες, στις πτυχές του δέρματός μου που ζαρώνει απ’ τη λελυπημένη αποδοχή του να σε μοιράζομαι με βλέμματα αδηφάγα και θρασεία,  στους ασημιούς μου βόστρυχες που παιχνιδιάρικα ανακατώνεις στην κορφή μου, στο εισέχον στέρνο μου (εισέχον, καθώς απουσιάζει η καρδιά που λεηλάτησες προ αρχαιοτάτων χρόνων), στα άσφυγμα  χέρια μου που μόνη θέση τους είναι σα λάφυρα μες στα δικά σου που σφύζουν ζωή, στ’ ασήκωτα χείλη που πια δεν είναι φρουροί οδόντων, στα υγρά από συγκίνηση μάτια μου πίσω από γυάλινα τείχη που μου φόρεσαν, σ’ όλα τούτα τα πειστήρια των πρόωρων γηρατειών μου, πλημμυρίζει η ευγνωμοσύνη μου που συνέβης στο διάβα μου, σαν το όγδοο θαύμα της οικουμένης. 

Για αυτό, λοιπόν, όταν πεθάνει ο χρόνος ανάμεσά μας, πράγματι, ούτε ο θάνατος δε θα μας χωρίσει.

Photography credits: Despina Niki


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: