Η αστρονομία ενός αδιεξόδου


Σαν κοιμηθώ, μη με ξυπνάς, 
στη λήθη άσε με του ονείρου· 
επέλεξα την άγνοια
ως αρνητής του κλήρου.  

Γιατ’ ήταν ο ήλιος τους λεπρός, 
το φως του τόσο θολερό, 
στέγνωνε όλο τους το βιος,
στάλα δεν άφηνε νερό. 

Κι ήταν ανοίκεια ψυχρός, 
δανεικός έμοιαζε στη γη, 
πόθος τους ήταν σκιερός 
να τονε σβήσουν μιαν αυγή. 

Κι ήταν η ανατολή κλαυθμός
για όσους το μίσος προσκυνούν,
δύση θρονιάστηκε ευθαρσώς
να κρύψει όσα κακουργούν. 

Κι ήταν ο ουρανός βαρύς, 
έπεφτε πάνω τους βραχνάς,
ρυπαρός και αδιαφανής,
χώρο δεν άφηνε για ‘μας. 

Η αφεντιά του ήταν απλανής
και τους απέκλειε το μέλλον
πως ήταν, ξέχναγε, θαρρείς,
νοικάρης των αγγέλων.  

Κι ήταν τ’ αστέρια τους σαθρά, 
καμιά ευχή να μην ακούν’,
αντί να πέφτουν απαλά, 
τη σκοτεινιά καλά κρατούν. 

Ελπίς καμιά γεννησιμιού
αλήθειας, χρώματος, χαράς∙
προγόνοι ορκίσαν’ σε σιωπή 
που ήμουνα μάρτυς της φθοράς.  

Σαν δε με ρώτησαν ποτέ 
αν θέλω να τους διαδεχθώ,
καταδικάστηκα ες αεί
ασχήμιας κληρονόμος. 

Σαν δε μ’ αγάπησαν ποτέ, 
ανήμπορη είμαι να τους πω 
πως να με φέρουνε στη γη 
ήτανε λαιμητόμος.

Photography credits: Kornilia H.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: