Πού πηγαίνω;

Ο ουρανός περνά απαρατήρητος, όχι πάνω από τα αραία σύννεφα, αλλά πιο πολύ από το υπερκαλυμμένο δέρμα μου. Και αν δεν κοιτάξεις, δεν θα τον δεις. Το πεζοδρόμιο γλιστρούσε με την υγρασία περασμένου ψιλόβροχου ή βαριάς ατμόσφαιρας, ενώ οι περαστικοί άνθρωποι στριμώχνονταν στο μικρό του φάρδος. Κτυπήματα ώμων ήταν συχνά, ξαφνικές πιέσεις από ένα άλλο…

Ερμητικός

Ρίξε την ψυχή σου σαν γαλάζιο βότσαλοθα την πιάσω με χέρια θαλασσινά,θα την αγκαλιάσω από όλες τις μεριές, ισοτροπικά. Τους ψιθύρους που μαζεύω σαν φωτεινές γραμμέςμπορείς να τους δεις σαν δίκτυο στον ουρανό,άστρα όχι σημειακά, αλλά όμοια με χορδές και νήματα.Την απαλή μουσική τους την διακρίνειςτο υπόκωφο κυανό τους ύφος,καθώς σε τυλίγουν,σε βυθίζουν,όλα τα απορροφάς…

Ο Καταρράκτης | #Topic_Week

Τα βήματα δεν ενδιαφέρουν τα πιασίματα,όσα γλιστερά αποτρέπουν την ιστορία να κυλίσει ομαλά.Καθώς περπατάς, σταματάς,και λόγω της πολλής δυσανεξίας για όσα ανόητασε διοχετεύουν,γυρνάς πίσω αντίθετα στο ρεύμα. Το να μετράς ανάποδα τις στιγμέςμοιάζει σαν να ζουλάς χαλασμένο σταφύλι ανάμεσα στα χείλη,αλλά καθώς δεν σε ενδιαφέρεικάθε τι, έτσι, μοιάζει ενδιαφέρον.Τραβάς τα πόδια κόντρα στο ποτάμικαι αφήνεις…

Γυρνούν και επιτέλους σε κοιτούν.

Το φανάρι για τους πεζούς είναι κόκκινο. Ο δείκτης μετρά αντίστροφα: 29,28,27… Νιώθεις τις κρυφές ανάσες κόσμου, δεξιά, αριστερά, πίσω σου, απέναντί σου ολόκληρη σειρά. Όλοι κρατάνε μια απόσταση, ίσα που να μην σου ακουμπάνε τα ρούχα. 10, 9, 8… Ριπή ανέμου σε κτυπά στο πρόσωπο και ανατριχιάζεις απ’ το κρύο χάδι. Το φως άναψε…

Προσπάθησε να κοιμηθείς

Έχεις τυφλωθεί απ’ το φως, δεν βλέπεις επειδή όσα λίγα βλέπεις είναι υπερβολικά έντονα στον νου σου. Αυτή η κίτρινη, ζεστή λάμψη, σαν ακτινοβολία πρωινού ενισχυμένη, αχλή που σε εμβολίζει από όλες τις μεριές του ουρανού, σβήνει το γαλάζιο του ουρανού, τα σύννεφα, τα βουνά, τα περιγράμματα των δέντρων και λιώνει τις ασφάλτους. Προσπαθείς να…

Γαλάζιο Αίμα

Στην γωνία του δωματίου βλέπεις μία γυάλινη σφαίρα. Η γαλακτώδης επιφάνειά της μοιάζει με τυφλό μάτι, μα η ξεψυχισμένη υφή του χώρου θυμίζει ομίχλες παγερές, όπως αργά κυλάνε ανάμεσα στα κλαδιά ελάτων. Άρα, αμέσως κάνεις τον συνειρμό ενός παράδοξα αποκομμένου κομματιού τέτοιας ομίχλης, σφαιρικού, με σαφές περίγραμμα, θαμπό. Είναι το μόνο αντικείμενο στον χώρο –πέρα…

Μόνο τα χείλια δεν θα σου σβήσω

Απλωμένες ψευδαισθήσεις σαν ρολόγιαεικονίσματα κινήσεων και δίνες από χρώματα πρόσωπα στημένα ολόγυρα στους τοίχουςλείπουν τα μάτια, λείπει η μύτη, λείπουν τα αυτιά,χείλη σαπισμένο μήλο πουδράρονται αχνά στην στάχτη,στάχτη σαν ποσοστό του αέρα, συμπυκνωμένος καπνός,όμοιος με ζεστούς υδρατμούς από πιατέλα,αναδύεται από το μέσο του τραπεζιού,φορτωμένο καιόμενα μαλλιά, δέρμα ασώματου κεφαλιού,και η σιωπή θυσία. Σε κάθε πιάτο…

Βαριές ανάσες, ζεστή ομίχλη | #Topic_Week

Το στήθος μου ημιβυθισμένο σε παγωμένο υγρό,απόσταγμα από κολλώδεις αναμνήσεις,το τρυπά πτώση σε καστανά μάτια.Νήματα μαύρες καμπύλες σηκώνονται και σφίγγουν τα ένστικτά μου,αναδύεται η μορφή σώματος στα περιγράμματα τους,σχοινιά που δένουν τα πλευρά μου και μου περνάν λαβίδα στον λαιμό,παγωμένο αιχμηρό μέταλλο που κατεβαίνει και γλείφει τα σωθικά μου. Δέχομαι το χαστούκι σαν πυρωμένα κύματα,το…

Βλέμμα στο σκοτάδι.

Σπασμένη χορδή γδέρνει το δάκτυλο, σάρκινο δοξάρι,τον στριγκό ήχο να ποτίσει σε ημιτελή κορμιάκαι ανόργανες κινησιολογίες. Τη μεγάλη αλληλουχία από παραδοξότητες συντονίζονταςσυστηματικά επαναλαμβάνοντας οικείες αντιδράσεις,αγνοεί την άποψη του εκτελεστήκαι μένει κομμένο δέρμα, αίμα σε λεπτή τρίχα μετάλλου.Αφαιρώ τα μάτια μου και ξεκλειδώνω τα οστά μου,κρεμάω την καθημερινή μου ύπαρξη σαν στολή μολυσμένη,αναπολώ για μερικά γευστικά…

Το Μαύρο Δοχείο για τις Στάχτες

Το αργό πετάρισμα των χειλιών σου, καρδιοχτύπι που διεγείρουν τα κρύα μου δάκτυλα στο μαλακό σου δέρμα. Το δέρμα γαλάζιο σε βαθύ μπλε φωτισμό θυμίζει σμάλτο οξειδίου του κοβαλτίου, αν και δεν σπάει, μα σχεδόν λιώνει. Θραύσματα γυαλιού καρφωμένα στο έδαφος στέκονται στο ύψος μου καθρέφτες μαυρισμένοι, τα χιλιάδες μικρά ραγίσματα, ρυάκια που κυλά το…

Κάτω από το δέρμα

Σχίζω το μαλακό εκτεθειμένο κρέας, με αργές μαχαιριές, τόσο κοφτερές που αμέσως μετά οι δύο παραμερισμένες μεριές σμίγουν ξανά. Ο πόνος στάζει σαν οξύ πάνω στην κόρη ανοικτού ματιού, μα το κρέας διατηρείται, σμίγοντας ξανά χωρίς συσσωρευμένες πληγές. Ξανά, ξανά περνά η λεπίδα, ξανά διαχωρίζει, ξανά ανάβει φωτιές στις λεπτές ρίζες με τις οποίες μπήγεται…

Κρυμμένες βόλτες | #Topic_Week

Μία στάση λεωφορείου τυχαίαβαμμένη με σκοτεινό μωβ περασμένου ήλιου,το πρώτο αστέρι πάνω απ’ τα μαύρα κτήρια,κόντρα στο μεταλλικό πλαίσιο,έτοιμο να κρυφτεί απ’ τα πολλά πρόσωπα πίσω απ’ τα τζάμια. Ένα πεζοδρόμιο πλατύ να δεχτεί άσκοπους περιπάτους,και κάποιος δαίδαλος από σοκάκια νοτισμένα χλωμά χρώματα της νύκτας.Η μεταλλική γέφυρα που κρέμεται πάνω απ’ το τραίνο,εξώστης στην ρυθμική…

Αναμνήσεις

Κομμένο γρασίδι, καμένα χαρτιά,κάπαρη που σκάει ανάμεσα στα δόντια,η γαλάζια αλμύρα θολή υγρή όραση,το αντίτιμο ενός άλματος και δύο εκπνοών -παραδώσου- για την εξαγορά της βαρύτητας,τα μέλη κουπιά σε μέσο μιγαδικό αέρα και εδάφους,κρίταμο ανθισμένο ανάμεσα σε σφικτούς ξανθούς βράχους,οι ακτίνες κόβουν λευκές φλούδες των κυμάτων,η μουρμούρα καθώς αφρισμένα ξεδιπλώνονται σε διαβρωμένες ακτές,η βοή καθώς…

Απροσδιόριστοι βράχοι.

Στους δρόμους η ημέρα έλιωσε τον ήλιο σταχτί αίμα που ξεραίνεται στο δέρμα στα μάτια μου κοφτερά πυρωμένα σίδερα πληγές που προσπαθούν να με ξυπνήσουν. Τους τρόπους που ξυπνάμε μεσ’ την ημέρα κρατώ με λαβίδα κόκκινη του άγχους, αν δεν θυμόμαστε τα προσπερασμένα θα χαθούμε σίγουρα στα σαλαγητά του πλήθους δυο, ή τρία, πεταμένα κεραμικά…

Κόγχες Κοφτερές.

Ακατέργαστα βράδια σκοπεύουν μνήμες κρυφές, με χέρια αόρατα τις ξεσκεπάζουν από ύπνο βαθύ χωρίς οίκτο, χωρίς άδεια, τις ζωντανεύουν, μορφές αδιευκρίνιστες με μάτια αιχμηρά, σκιές που συνοδεύουν μοναχικούς περιπάτους, βλέμματα ορατά στα δικά μου μάτια μόνο, σέρνονται με τους ψιθύρους, με την θερμή νυκτερινή αύρα, με τα τριξίματα κλαδιών, σέρνονται σαν βαριά κουρέλια, μπλεγμένα ρούχα…

Γκρίζα στοιχεία προσώπου.

Μέσα από τις πολλές στρώσεις υφασμάτων τα νεκρά δάκτυλα πιέζεις, ελαφρές καμπυλώσεις επάγοντας, σαν ξεχασμένη αύρα, ο τρόμος ανάγλυφο μήνυμα στρογγυλεμένο και το παχύ στρώμα κρύβει τις αιχμές του, τις εξομαλύνει, αναμιγνύει την προσπάθεια να μιλήσεις σαν να σμίγει ισχνά λόγια με σφυρίγματα τ’ ανέμου. Σκιά χωρίς περίγραμμα, όταν φωτίζει ο κόσμος γύρω σου, ελαφρό…

Δέσε με μην φύγω.

Δέσε με μην φύγω, καθώς σβήνω, δέσε την ανάμνησή μου με εικόνες αμίλητων πραγμάτων, κάποιο χρώμα, κάποια μέρα, κάποιο αντικείμενο απλό · Σφίξε πολλά εύθραυστα νήματα στα μέρη της ψυχής μου, ίσως, τελικά, όλα μαζί άθραυστα την συγκρατήσουν. Και αν δεν θες, προτιμώ, την μορφή μου σε τυρβώδη καπνό ν’ αφήσω, εξωτικές περιδινήσεις υποδεικνύουσες του…

Τα φώτα των δρόμων.

Λιώνοντας πριν ακουμπήσει η λεπίδα, η ιδέα του αγγίγματός της, παραβίαση καυτή πάνω σε πάγο, και η πίεση, πίεση δωματίου. Τραχύ το περπάτημα στους ημιφωτισμένους δρόμους, ο ουρανός εκπνέοντας χρώματα καυστικών γαλάζιων, χημικές κηλίδες επί των σκοτεινών και γκρίζων, των ξεψυχισμένων πορτοκαλί. Ακολουθώ τους δρόμους, τις διαδρομές των σύννεφων, την απαστράπτουσα –ανάμνηση- της όψη τους…

Το σχήμα του καλοκαιριού.

Στέκεσαι, σκύβεις, κόβεις το σαν αποξηραμένο άνθος λεβάντας, αυτό διαλύεται αμέσως σε δεκάδες μικρότερα, παλιότερα. Ακόμη κρατάς τη μυρωδιά στα δάκτυλα και αφήνεις τη στιγμή να κοπεί με την αιχμή ξαφνικής ακτίδας, φαίνεται ο άνεμος, αν και δεν σε φτάνει, γέρνει τα κλαδιά των κυπαρισσιών, εκτελώντας χορευτικό παιχνίδι μάσκας με τον ήλιο. Η γοητευτική αυτή…

Κόσμος γεμάτος.

Η ατμόσφαιρα με τις χιλιάδες έτοιμες κατακτήσεις ευνοεί την ευκολότερη απόδοση της τρέλας, λέξεις αλλόκοτες, στάσεις περίεργες, εκφράσεις ακατάληπτες, σιωπές σαν πινέζες στο δίκτυ της επικοινωνίας · Όσες φορές το μαλακό σκοτάδι πριν την νύκτα ένιωσα πως με κυνηγά ύπουλα, αυτές μετανιώνω, τις όσες φορές φωνές λαμπρές, ζεστές σαν ομαδική φωτιά, έδιωξαν με την κιτρινωπή…

Ποιον ήλιο βλέπουμε;

Το άγγιγμα του ήλιου ιαχή θολωμένη, υπόσχεση που φιλύποπτα πίνεις, συγκρατημένα ρουφάς, ώστε απελευθερωμένος πια, τελικά, γλυκά πονώντας, αφήνεις τα μέλη. Οι καμπάνες έσβησαν, πικάντικες νότες γράφουν στον αέρα, υπενθυμίζουν επίμονα, ζωηρά, -όχι όμως αποτελεσματικά - ξεχασμένα όνειρα προσπερασμένα. Στο δίκτυ της υπόνοιας που ρίχνουν, μαζεύω κόμβους και φωνές, ξυπνώ αιχμηρότερα και μπλέκομαι στα όνειρα…

Χρώματα.

Καθιστώ την εικόνα διαυγή, με λίγο διαλυτικό στοχευμένα, ανά σημεία, σταδιακά, τα μέλη της γίνονται διάφανα, περιστοιχίζουν τα παχιά χρώματα, δημιουργούν νέα σχήματα, εξελικτικά την εμφανίζουν. Αναπότρεπτα, όσο σκάβω τον καμβά, όσο παραμερίζω τα κίτρινα, το κυανό, το πρωσικό, τα ελάχιστα ερυθρά, η υπόνοιά τους παραμένει, οι λίγες γραμμές, οι θαμπές πια πινελιές, μια επιμήκης…

Η καραντίνα δεν είναι τόσο κακή τελικά, γιατί…

Ρωτήσαμε την ομάδα του Topicap και τους φίλους τους, ώστε να βρούμε μικρούς ή μεγάλους λόγους που μπορούν να κάνουν αυτήν την καραντίνα υποφερτή για τον κάθε έναν από εμάς. Οι καιροί είναι δύσκολοι και η αλληλεγγύη γίνεται το μοναδικό -ίσως- όπλο μας. Παρακάτω, σας δίνουμε τη δική μας θετική οπτική μέσα από τους τέσσερις…

Αναζήτησε πίσω τι έλειπε.

Νομίζει κανείς πως γυαλίζει, σχεδόν σε εξαπατά πως είναι λείο, απλό, εύληπτο. Βγαίνεις, ξεφυλλίζεις τις ώρες, ανασαίνεις με ύφος αχρείαστο, περιττές είναι όσες σημασίες σε ερεθίζει να σου θίγουν, με ένα αύριο κόσμημα πλαστικό των λόγων σου, -κάτι να λέγεται, να ξεπερνά τοπικά τη βαβούρα - νομίζεις, καθησυχάζοντας, πως φοράς την σωστή φορεσιά, και με…

Σκιαγραφώντας Την Αργή Καθίζηση.

Ανοίγει το στόμα σαν κάποια αρχαία απειλή, δεν λέει τίποτα, ανίκανο να εκφράσει την οποιαδήποτε οικεία ιδέα, εξαφανίζει με μία μικρή πνοή όσα δεν είχαν τον χρόνο να προσαρμοστούν στην νέα συνθήκη του. Η θαμπή μορφή του ξεδιαλύνεται αργά, αναλύεται τελικά ως ανάμνηση, απόηχος παλιάς αρχής παρακλαδιού που ποτέ δεν εξελίχθηκε. Μα, τώρα, με τον…

Πρωινός ήλιος. | #The_Canvas_Project

(Πρωινός ήλιος) Morning Sun, 1952 | Edward Hopper Θα έσβηνα; Θα έσβηνα σαν ξεθωριασμένο χρώμα αφίσας που γδέρνει μακροχρόνια ο ήλιος; Τις άδειες κόγχες μου ποια ζεστασιά μπορεί να γεμίσει, ποιο απαλό άγγιγμα μπορεί να μου δείξει τον πρωινό ήλιο με τα μάτια μου κλειστά; Συνηθίζω, αν και φοβάμαι σχεδόν αποτρεπτικά, να προσπαθώ να περπατήσω,…

Ξημέρωσε χωρίς τη Νύχτα.

Περπάτησα πολλούς δρόμους χωρίς να ακούω λέξη, και θα πουν, μα ποια σιωπή αντέχει τόσο; Θα’ χουν δίκιο, αλλά αυτές οι πέντε λέξεις θα βάλουν κι’ ένα τέλος. Η σιωπή είναι αβάσταχτο που θίγεται, ακόμα και στις πιο λεπτές της αποστάξεις, σπάει απ’ ένα μικρό ακιδωτό ποσοστό αμφιβολίας, ελάχιστη πρόσμιξη χρειάζεται για εύθραυστο γυαλί. Αρκετά…

Ψάχνω να σε Χάσω.

Τον κυνηγάει σαν επανάληψη, απ’ τις ανάσες ανεβαίνει, λαβές που δεν αποβάλλονται, η μορφή της μεσημεριανή ομίχλη, το βάρος της επανερχόμενες φράσεις σαν δεσμά, όσα προσπαθεί αυτός την πραγματικότητα να πείσει δεν είναι παρά υπολείμματα όσων αυτή αφήνει γκρεμισμένα, ρητορείες τυφλών για την φύση της πέτρας. Ούτε τον ενδιαφέρει, ούτε αμφιβάλλει, μα σαν φυλακισμένος λόγων…

Στα μικρά που χάνουμε.

Όσα προλάβεις να σκεφτείς, στα κενά που σκεπάζουν οι νύκτες στα διάκενα των συρμών και ανάμεσα στα «έχω», όσα πεπερασμένα προλάβεις, δεν είναι παρά πνοές θαμπές, μικρές χαραγματιές στον καθρέφτη που βάζουμε μπροστά μας, να κόβει όσα θα βλέπαμε, κι’ όσα μας κρατούν. Μένει εκεί αυτός, αλλόκοτα ανθεκτικός να θυμίζει πως το κεντρικό μας θέμα…

Ένα ψιλόβροχο δεν αρκεί.

Βρέχει, σαν αναμονή, αργό, επίμονο ψιχάλισμα προσπαθεί, σχεδόν παστρικά, να ξεπλύνει το πρωινό στρώμα παγωμένης λύπης. Από το κοιμισμένο κούνημα της απέναντι λεύκας, το λεπτό ανακάτεμα του νερού κάτω απ’ τους τροχούς, νιώθω τα γκρίζα σύννεφα κουβέρτα αν όχι ζεστή, οικεία να παρατείνει την νύκτα, διεισδυτικό υγρό στις ρωγμές μεσημεριού, μουρμούρα απ’ τις ακίνητες γωνιές…