Το Μαύρο Δοχείο για τις Στάχτες

Το αργό πετάρισμα των χειλιών σου, καρδιοχτύπι που διεγείρουν τα κρύα μου δάκτυλα στο μαλακό σου δέρμα. Το δέρμα γαλάζιο σε βαθύ μπλε φωτισμό θυμίζει σμάλτο οξειδίου του κοβαλτίου, αν και δεν σπάει, μα σχεδόν λιώνει. Θραύσματα γυαλιού καρφωμένα στο έδαφος στέκονται στο ύψος μου καθρέφτες μαυρισμένοι, τα χιλιάδες μικρά ραγίσματα, ρυάκια που κυλά το…

Κάτω από το δέρμα

Σχίζω το μαλακό εκτεθειμένο κρέας, με αργές μαχαιριές, τόσο κοφτερές που αμέσως μετά οι δύο παραμερισμένες μεριές σμίγουν ξανά. Ο πόνος στάζει σαν οξύ πάνω στην κόρη ανοικτού ματιού, μα το κρέας διατηρείται, σμίγοντας ξανά χωρίς συσσωρευμένες πληγές. Ξανά, ξανά περνά η λεπίδα, ξανά διαχωρίζει, ξανά ανάβει φωτιές στις λεπτές ρίζες με τις οποίες μπήγεται…

Κρυμμένες βόλτες | #Topic_Week

Μία στάση λεωφορείου τυχαίαβαμμένη με σκοτεινό μωβ περασμένου ήλιου,το πρώτο αστέρι πάνω απ’ τα μαύρα κτήρια,κόντρα στο μεταλλικό πλαίσιο,έτοιμο να κρυφτεί απ’ τα πολλά πρόσωπα πίσω απ’ τα τζάμια. Ένα πεζοδρόμιο πλατύ να δεχτεί άσκοπους περιπάτους,και κάποιος δαίδαλος από σοκάκια νοτισμένα χλωμά χρώματα της νύκτας.Η μεταλλική γέφυρα που κρέμεται πάνω απ’ το τραίνο,εξώστης στην ρυθμική…

Αναμνήσεις

Κομμένο γρασίδι, καμένα χαρτιά,κάπαρη που σκάει ανάμεσα στα δόντια,η γαλάζια αλμύρα θολή υγρή όραση,το αντίτιμο ενός άλματος και δύο εκπνοών -παραδώσου- για την εξαγορά της βαρύτητας,τα μέλη κουπιά σε μέσο μιγαδικό αέρα και εδάφους,κρίταμο ανθισμένο ανάμεσα σε σφικτούς ξανθούς βράχους,οι ακτίνες κόβουν λευκές φλούδες των κυμάτων,η μουρμούρα καθώς αφρισμένα ξεδιπλώνονται σε διαβρωμένες ακτές,η βοή καθώς…

Απροσδιόριστοι βράχοι.

Στους δρόμους η ημέρα έλιωσε τον ήλιο σταχτί αίμα που ξεραίνεται στο δέρμα στα μάτια μου κοφτερά πυρωμένα σίδερα πληγές που προσπαθούν να με ξυπνήσουν. Τους τρόπους που ξυπνάμε μεσ’ την ημέρα κρατώ με λαβίδα κόκκινη του άγχους, αν δεν θυμόμαστε τα προσπερασμένα θα χαθούμε σίγουρα στα σαλαγητά του πλήθους δυο, ή τρία, πεταμένα κεραμικά…

Κόγχες Κοφτερές.

Ακατέργαστα βράδια σκοπεύουν μνήμες κρυφές, με χέρια αόρατα τις ξεσκεπάζουν από ύπνο βαθύ χωρίς οίκτο, χωρίς άδεια, τις ζωντανεύουν, μορφές αδιευκρίνιστες με μάτια αιχμηρά, σκιές που συνοδεύουν μοναχικούς περιπάτους, βλέμματα ορατά στα δικά μου μάτια μόνο, σέρνονται με τους ψιθύρους, με την θερμή νυκτερινή αύρα, με τα τριξίματα κλαδιών, σέρνονται σαν βαριά κουρέλια, μπλεγμένα ρούχα…

Γκρίζα στοιχεία προσώπου.

Μέσα από τις πολλές στρώσεις υφασμάτων τα νεκρά δάκτυλα πιέζεις, ελαφρές καμπυλώσεις επάγοντας, σαν ξεχασμένη αύρα, ο τρόμος ανάγλυφο μήνυμα στρογγυλεμένο και το παχύ στρώμα κρύβει τις αιχμές του, τις εξομαλύνει, αναμιγνύει την προσπάθεια να μιλήσεις σαν να σμίγει ισχνά λόγια με σφυρίγματα τ’ ανέμου. Σκιά χωρίς περίγραμμα, όταν φωτίζει ο κόσμος γύρω σου, ελαφρό…

Δέσε με μην φύγω.

Δέσε με μην φύγω, καθώς σβήνω, δέσε την ανάμνησή μου με εικόνες αμίλητων πραγμάτων, κάποιο χρώμα, κάποια μέρα, κάποιο αντικείμενο απλό · Σφίξε πολλά εύθραυστα νήματα στα μέρη της ψυχής μου, ίσως, τελικά, όλα μαζί άθραυστα την συγκρατήσουν. Και αν δεν θες, προτιμώ, την μορφή μου σε τυρβώδη καπνό ν’ αφήσω, εξωτικές περιδινήσεις υποδεικνύουσες του…

Τα φώτα των δρόμων.

Λιώνοντας πριν ακουμπήσει η λεπίδα, η ιδέα του αγγίγματός της, παραβίαση καυτή πάνω σε πάγο, και η πίεση, πίεση δωματίου. Τραχύ το περπάτημα στους ημιφωτισμένους δρόμους, ο ουρανός εκπνέοντας χρώματα καυστικών γαλάζιων, χημικές κηλίδες επί των σκοτεινών και γκρίζων, των ξεψυχισμένων πορτοκαλί. Ακολουθώ τους δρόμους, τις διαδρομές των σύννεφων, την απαστράπτουσα –ανάμνηση- της όψη τους…

Το σχήμα του καλοκαιριού.

Στέκεσαι, σκύβεις, κόβεις το σαν αποξηραμένο άνθος λεβάντας, αυτό διαλύεται αμέσως σε δεκάδες μικρότερα, παλιότερα. Ακόμη κρατάς τη μυρωδιά στα δάκτυλα και αφήνεις τη στιγμή να κοπεί με την αιχμή ξαφνικής ακτίδας, φαίνεται ο άνεμος, αν και δεν σε φτάνει, γέρνει τα κλαδιά των κυπαρισσιών, εκτελώντας χορευτικό παιχνίδι μάσκας με τον ήλιο. Η γοητευτική αυτή…

Κόσμος γεμάτος.

Η ατμόσφαιρα με τις χιλιάδες έτοιμες κατακτήσεις ευνοεί την ευκολότερη απόδοση της τρέλας, λέξεις αλλόκοτες, στάσεις περίεργες, εκφράσεις ακατάληπτες, σιωπές σαν πινέζες στο δίκτυ της επικοινωνίας · Όσες φορές το μαλακό σκοτάδι πριν την νύκτα ένιωσα πως με κυνηγά ύπουλα, αυτές μετανιώνω, τις όσες φορές φωνές λαμπρές, ζεστές σαν ομαδική φωτιά, έδιωξαν με την κιτρινωπή…

Ποιον ήλιο βλέπουμε;

Το άγγιγμα του ήλιου ιαχή θολωμένη, υπόσχεση που φιλύποπτα πίνεις, συγκρατημένα ρουφάς, ώστε απελευθερωμένος πια, τελικά, γλυκά πονώντας, αφήνεις τα μέλη. Οι καμπάνες έσβησαν, πικάντικες νότες γράφουν στον αέρα, υπενθυμίζουν επίμονα, ζωηρά, -όχι όμως αποτελεσματικά - ξεχασμένα όνειρα προσπερασμένα. Στο δίκτυ της υπόνοιας που ρίχνουν, μαζεύω κόμβους και φωνές, ξυπνώ αιχμηρότερα και μπλέκομαι στα όνειρα…

Χρώματα.

Καθιστώ την εικόνα διαυγή, με λίγο διαλυτικό στοχευμένα, ανά σημεία, σταδιακά, τα μέλη της γίνονται διάφανα, περιστοιχίζουν τα παχιά χρώματα, δημιουργούν νέα σχήματα, εξελικτικά την εμφανίζουν. Αναπότρεπτα, όσο σκάβω τον καμβά, όσο παραμερίζω τα κίτρινα, το κυανό, το πρωσικό, τα ελάχιστα ερυθρά, η υπόνοιά τους παραμένει, οι λίγες γραμμές, οι θαμπές πια πινελιές, μια επιμήκης…

Η καραντίνα δεν είναι τόσο κακή τελικά, γιατί…

Ρωτήσαμε την ομάδα του Topicap και τους φίλους τους, ώστε να βρούμε μικρούς ή μεγάλους λόγους που μπορούν να κάνουν αυτήν την καραντίνα υποφερτή για τον κάθε έναν από εμάς. Οι καιροί είναι δύσκολοι και η αλληλεγγύη γίνεται το μοναδικό -ίσως- όπλο μας. Παρακάτω, σας δίνουμε τη δική μας θετική οπτική μέσα από τους τέσσερις…

Αναζήτησε πίσω τι έλειπε.

Νομίζει κανείς πως γυαλίζει, σχεδόν σε εξαπατά πως είναι λείο, απλό, εύληπτο. Βγαίνεις, ξεφυλλίζεις τις ώρες, ανασαίνεις με ύφος αχρείαστο, περιττές είναι όσες σημασίες σε ερεθίζει να σου θίγουν, με ένα αύριο κόσμημα πλαστικό των λόγων σου, -κάτι να λέγεται, να ξεπερνά τοπικά τη βαβούρα - νομίζεις, καθησυχάζοντας, πως φοράς την σωστή φορεσιά, και με…

Σκιαγραφώντας Την Αργή Καθίζηση.

Ανοίγει το στόμα σαν κάποια αρχαία απειλή, δεν λέει τίποτα, ανίκανο να εκφράσει την οποιαδήποτε οικεία ιδέα, εξαφανίζει με μία μικρή πνοή όσα δεν είχαν τον χρόνο να προσαρμοστούν στην νέα συνθήκη του. Η θαμπή μορφή του ξεδιαλύνεται αργά, αναλύεται τελικά ως ανάμνηση, απόηχος παλιάς αρχής παρακλαδιού που ποτέ δεν εξελίχθηκε. Μα, τώρα, με τον…

Πρωινός ήλιος. | #The_Canvas_Project

(Πρωινός ήλιος) Morning Sun, 1952 | Edward Hopper Θα έσβηνα; Θα έσβηνα σαν ξεθωριασμένο χρώμα αφίσας που γδέρνει μακροχρόνια ο ήλιος; Τις άδειες κόγχες μου ποια ζεστασιά μπορεί να γεμίσει, ποιο απαλό άγγιγμα μπορεί να μου δείξει τον πρωινό ήλιο με τα μάτια μου κλειστά; Συνηθίζω, αν και φοβάμαι σχεδόν αποτρεπτικά, να προσπαθώ να περπατήσω,…

Ξημέρωσε χωρίς τη Νύχτα.

Περπάτησα πολλούς δρόμους χωρίς να ακούω λέξη, και θα πουν, μα ποια σιωπή αντέχει τόσο; Θα’ χουν δίκιο, αλλά αυτές οι πέντε λέξεις θα βάλουν κι’ ένα τέλος. Η σιωπή είναι αβάσταχτο που θίγεται, ακόμα και στις πιο λεπτές της αποστάξεις, σπάει απ’ ένα μικρό ακιδωτό ποσοστό αμφιβολίας, ελάχιστη πρόσμιξη χρειάζεται για εύθραυστο γυαλί. Αρκετά…

Ψάχνω να σε Χάσω.

Τον κυνηγάει σαν επανάληψη, απ’ τις ανάσες ανεβαίνει, λαβές που δεν αποβάλλονται, η μορφή της μεσημεριανή ομίχλη, το βάρος της επανερχόμενες φράσεις σαν δεσμά, όσα προσπαθεί αυτός την πραγματικότητα να πείσει δεν είναι παρά υπολείμματα όσων αυτή αφήνει γκρεμισμένα, ρητορείες τυφλών για την φύση της πέτρας. Ούτε τον ενδιαφέρει, ούτε αμφιβάλλει, μα σαν φυλακισμένος λόγων…

Στα μικρά που χάνουμε.

Όσα προλάβεις να σκεφτείς, στα κενά που σκεπάζουν οι νύκτες στα διάκενα των συρμών και ανάμεσα στα «έχω», όσα πεπερασμένα προλάβεις, δεν είναι παρά πνοές θαμπές, μικρές χαραγματιές στον καθρέφτη που βάζουμε μπροστά μας, να κόβει όσα θα βλέπαμε, κι’ όσα μας κρατούν. Μένει εκεί αυτός, αλλόκοτα ανθεκτικός να θυμίζει πως το κεντρικό μας θέμα…

Ένα ψιλόβροχο δεν αρκεί.

Βρέχει, σαν αναμονή, αργό, επίμονο ψιχάλισμα προσπαθεί, σχεδόν παστρικά, να ξεπλύνει το πρωινό στρώμα παγωμένης λύπης. Από το κοιμισμένο κούνημα της απέναντι λεύκας, το λεπτό ανακάτεμα του νερού κάτω απ’ τους τροχούς, νιώθω τα γκρίζα σύννεφα κουβέρτα αν όχι ζεστή, οικεία να παρατείνει την νύκτα, διεισδυτικό υγρό στις ρωγμές μεσημεριού, μουρμούρα απ’ τις ακίνητες γωνιές…

Γιορτινές σκέψεις. | #This_Is_Christmas

Με μελάνι κόκκινο σκοπεύουμε τον χρόνο, να βαπτίσουμε ιδιαίτερες μερικές του αλληλουχίες, απόπειρα ονοματοδοσίας ενός νήματος κυλούμενου νερού. Για όσους έχουν μόνιμη θέα το παρόν, η ρουτίνα ειρωνεύεται τα μασκαρέματα της, πλάγιες ματιές προς το πνεύμα που δεν διαφοροποιεί μ’ονόματα. Βαπτίζουμε, κι’ όμως, μια εναλλαγή του ήλιου Τρίτη, μια δεκαπεντάδα εναλλαγών Χριστούγεννα, ελπίζουμε, ράβουμε το…

Ξύλινη αναμονή.

Βιάζομαι να σκιαγραφήσω όσα με προσπερνούν -τρέχοντας με την δική μου φυγόκεντρη ταχύτητα- ενώ ένα ψύχος παράλληλο του σημερινού τονίζει τις γωνίες των σκέψεων. Χαράσσουμε τους δρόμους με τα στίγματα των αναμνήσεών μας, όπως διευκρινίζονται τα χιλιοπατημένα μονοπάτια, βαθαίνοντας, λειαίνοντας, καταστρέφοντας, ποδοπατώντας το κατειλημμένο σημείο του καμβά που, ασυνείδητα, διεκδικουμε για δικό μας. Βιάζομαι, και…

Ένας κόσμος, κουβάρι στα χέρια.

Ξετυλίγεις το νήμα, σαν να ξεμπλέκεις ανείπωτες σκέψεις, γνωρίζεις πως είναι δύσκολο, να υφαίνεις με κλωστή που χορεύει, να ακολουθείς μονοπάτι απάτητο, ασχεδίαστο δρόμο. Δεν θα σου πεις, δεν θα σου πουν, τα λόγια είναι έτοιμα κελιά και καλούπια στενά, παρά μόνο θα βλέπεις το νήμα χαοτικά να τυλίγεται να προκαλεί τις όποιες ικανότητες νομίζεις…

Για μια συνείδηση.

Αφομοιώνονται όσα με πόνο κρατάς; Όσα, είπαν, πως πρέπει -σαν αλυσίδες, σκλαβικά- να μην πετάξεις , λες και συνήθως υπάρχει επιλογή. Μα το «πρέπει» κτυπά την δυνατότητα, σαν προσβολή, γνωρίζει πως πρακτικώς δεν έχει επιρροή. «Είπαν», ακούς, ψιθυρίζουν σαν ξένο σώμα, μια παραμόρφωση σαν παράσιτο που τρώει την σάρκα, κάτω από έναν ήλιο που μουρμουρά…

Μαγεύοντας το αυριο. | #Topic_Week

Μαγικό είναι ό,τι δεν καταλαβαίνουμε · η τεχνολογία μαγεύει, λένε, ενώ ακούς στον δρόμο αναλύσεις περί επίπεδων, ντονατοειδών και κυλινδρικών πλανητών · έχεις δει ποτέ τον ορίζοντα, θα σου πουν, τον έχεις δει; Τον έχεις δει, μα η συζήτηση είναι χαμένη, καθώς όλα είναι μαγικά, τα τηλέφωνα φυτρώνουν σαν τα φρούτα, τα τραίνα κινούνται με…

Ποιος αντέχει αστιγμάτιστος;

Μπορεί να είναι έτσι, μα ο αναβρασμός δεν λύνεται, έρχεται και δήθεν παραμένοντας φεύγει, ώστε να κλείσει τον κύκλο, χτυπώντας ξανά, -ξυπνώντας ξανά- υπενθύμιση ζάλης οξείας, μέσ’ την καθημερινή ανασφάλεια ενοχλητικό ξυπνητήρι. Είτε ραθυμία, είτε υστερία, το πλαίσιο παραμένει σχεδιάγραμμα σχετικά λιτό, με τον «αναβρασμό» αυτόν πνιγμό λυτρωτικό. Η όλη συσσώρευση, οι δεσμεύσεις σαν αλυσίδες,…

Κρατώντας με μ’ ενα ποίημα.

Χωρίς ανάσα ολόκληρα τραχιά χιλιόμετρα, με κοφτές αναπνοές -μισές- ανάμεσα στις ώρες, δεμένα τα πνευμόνια, ένας συνήθης κόμπος, το αίμα νερωμένο, ακατάσχετος ρυθμός, μια καρδιά χαμένη σ’ έναν παραμορφωμένο χρόνο και τα σώματα μας φιγούρες σε θολά σποραδικά καρέ. Ένας ήλιος οξύνει τις κορφές των πεύκων, αδρές γωνίες των δρόμων, ακανόνιστοι κρυφοί χάρτες ξεκινούν από…

Διαρκείς Φόβοι. | #Topic_Week

Συναίσθημα: Φόβος Φοβόμαστε το μεγάλο ρολόι στον τοίχο, τον τοίχο τον ίδιο και την αμήχανη σιωπή του, τα όρια, το αδιαπέραστο, την σιωπή, τον ίδιο τον φόβο. Φοβόμαστε ένα βλέμμα, μερικά λόγια, μια αλήθεια, μια πράξη. Φοβόμαστε –και φοβάμαι- τις άυπνες νύκτες, τις επόμενες ισχνές μέρες, τους κλειστούς, σκοτεινούς χώρους σαν φυλακές, τα σώματά μας…

Άφησε…

Άφησε με, με το βλέμμα να σου πω όσα με λόγια δεν σου λέω. Γιατί σου μιλάω, σου εξηγώ μα κάποια πράγματα θα γίνει κουραστικό να τ’ αναφέρω ·άφησέ με, ενώ εγώ σου αφήνω ελεύθερους υπαινιγμούς και επιβεβαιώσεις, να μην ξεχάσεις όσα μένουν, ίσως οδηγούν ή και καθορίζουν την πληγή, που σαν αιμάτωμα τυφλώνει το…