Λατέρνες να χαρίζουν μουσική στον κόσμο. Καλλιτέχνες να φωτίζουν την πόλη. Ιστορίες από μικρούς, που βουνά αποδείχτηκαν και η ομορφιά τους καίει ακόμα. Στενά και δρόμοι που ελευθερία και έρωτα γεμίσαν.

Εγώ για όλους και όλοι για αυτούς. Σιχάθηκα πια. Εγώ για όλους και εκείνοι για εκείνους. Εμένα ποιος με σκέφτεται; Εγώ είμαι καλά; Εγώ μήπως είμαι στεναχωρημένη; Εγωιστικό, θα μου πεις. Ας είναι. Κουράστηκα πια. Δεν θέλω κανέναν τους. Θέλω να είμαι καλά, και δεν είμαι. Όχι με τον εαυτό μου, με εκείνους. Εμένα με …

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ας μιλήσουμε ανοικτά. Η ελευθερία θέλει αυτοθυσία. Η μάνα είναι ο κύρης του σπιτού. Τα ταξί είναι πολύ ακριβά. -Δωρεάν μεταφορές. Χρειάζομαι 27 ώρες τη μέρα. Ίδιος ύπνος. Η πατριαρχία θα καταρρεύσει, όταν σταματήσω να λέω την πρώην μου πουτάνα.

Πρόκειται γι’ αυτήν την ασταμάτητη στριγγλιά που ηχεί μέσα στο κεφάλι μου κάθε φορά που η σιωπή είναι τόσο πνιγηρή που θα πίστευε κανείς ότι είναι δυνατόν να την αγγίξει με τις άκρες των δακτύλων του- εάν κρατήσει τα μάτια του κλειστά για αρκετή ώρα.

Η φύση, τυφλή μάγισσα αναίσθητων φαντασμάτων, Τυπική με τις δικές της ιδιοτροπίες και ψυχαναγκασμούς, Ρυθμίζει συνδυασμούς από αντικείμενα σε μια επανάληψη Ενός μόνο αισθητικού μοτίβου,

Ο ορίζοντας σε σχίζει με ευθύγραμμη λεπίδα, Κάθε γραμμή γράφεται με αδρό περίγραμμα, Ο καθορισμός του λευκού απ’ το μελανό δεν αφήνει περιθώρια λησμονιάς του τις πιο σκοτεινές νύκτες, δυστυχώς, αφήνει τον εύθυμο τόνο του στις πιο ακατάλληλες ώρες. Κάθε πληγή των πόλεων και από μια ερυθρή γραμμή Στα χέρια που λιώνουν να κρατηθούν και …

Συνεχίστε την ανάγνωση

Προσπάθησε να κλείσεις τα μάτια κοιτώντας · Τις αποχρώσεις του κόκκινου που ηρεμούν, Κατάλαβε, τις έχουμε ελάχιστες, Κλειδωμένες σε νότες απόμακρες Σε αφηρημένες συχνότητες ηλεκτρονικών ονείρων.

Ανώριμα φρούτα είναι σχεδόν όλοι οι πειρασμοί, η πολύχρωμη τρέλα σερβίρεται σε απροσμέτρητα πιάτα, αλλοπρόσαλλων διακοσμήσεων και ετερογενών γεύσεων. Εμείς καταπίνουμε σαν σωλήνες την πανδαισία, την οποία άλλοτε μισούμε, άλλοτε λατρεύουμε, μέχρις ότου να νιώσουμε έναν απόμακρο κορεσμό ·

Είναι, πια, πολύ πιθανό να βρεθείς στα χαντάκια, ανάμεσα στους δρόμους, ανάμεσα στους ανθρώπους, να σε συνοδεύει σαν νηματώδες φάντασμα το απόσταγμα της πίκρας που συσσωρεύουν τα λόγια, όσα ακούς, όσα λες…

Μέσα σε μια χρονοκάψουλα, παρωχημένη κατά μια έννοια / κατά όλες τις υπόλοιπες έννοιες συνυφασμένη με το παρόν το παρελθόν το μέλλον συγχρονισμένη με κάθε κίνηση, κάθε πετάρισμα των βλεφάρων, κάθε ανάσα που γεμίζει τους πνεύμονες

Το βήμα χωλό, ήσυχο, πολλές φορές παράταιρο στην σιωπή και την φασαρία, ανακουφίζει όμως όσους ακούν μοναχικά τις άκρες των δρόμων, όσους κρυφακούν τις ζωές των άλλων τόσο, ώστε κουρασμένοι πια να ξέρουν, πως μόνο με τα συρσίματα των φαντασμάτων νιώθουν την απαραίτητη οικειότητα, την απαραίτητη κατανόηση, την απαραίτητη ηρεμία.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971 ο Γιώργος Σεφέρης μάς αφήνει παρακαταθήκη ένα πλούσιο έργο και πλέον είναι δική μας δουλειά να  το ερευνήσουμε, να το προσεγγίσουμε,να εμπνευστούμε. Διαβάζοντας το ποίημα «Τελευταίος Σταθμός» και ύστερα από σκέψη, για το αν η πράξη μου αποτελεί ύβρη ή απόδοση φόρου τιμής, προέκυψε το παρακάτω κείμενο ως προσπάθεια διαλόγου με …

Συνεχίστε την ανάγνωση

Ακαταμάχητη έλξη. Στο άγνωστο, στη αλήθεια; Τι είναι αυτό που ψάχνουμε; ψάχνουμε, μα εν τέλη τίποτα ουσιαστικό δεν βρίσκουμε. Ή μήπως βρίσκουμε και απλά μάτια να δούμε δεν έχουμε;

Γυρνώ συνοφρυωμένη σε ένα κόσμο που σιχάθηκα και συλλογιέμαι το όνειρο. Δεν σ΄ονειρεύτηκα απόψε, μα ονειρεύτηκα ένα κόσμο ατάραχο. Μια θάλασσα, ένα τραγούδι και ρακί. Ίσως και οι φίλοι μου ονειρεύτηκαν το ίδιο.

Επαναλαμβάνουμε τις τελετουργίες που ορίσαμε για να νιώθουμε πως συντηρούμαστε στο χάος των τυχαίων κινήσεων, ίσως όλες αυτές οι προσπάθειες να κινούμε τον τροχό της μέρας δεν είναι τίποτα πέρα από αυτό, από έναν τρόπο αυτοπροσδιορισμού.

Αφουγκράσου τα χρώματα τ’ ουρανού να σβήνουν. Τ’ αστέρια κρέμονται στο σκοτάδι Κι εσύ απλώνεις το χέρι να τ’ αγγίξεις Μα είσαι τόσο μακριά. Να κι εγώ τεντώνομαι, μα δε σε φτάνω. Είσαι τόσο μακριά.

Τι θέλουν τα αυτιά σας να ακούσουν; Τα μάτια, αλήθεια, κουράστηκαν, οι λέξεις, ναι, όλο αυτό το άθροισμα γραμμών, μπορεί να περνούν ξερές, τραχιές, άσχετες, ειδικά όταν δεν μπορούν βρούν πώς και τι να επικοινωνήσουν.

Άνευ. Προσπαθούν να σε χωρέσουν σε ένα καλούπι, σε ένα κουτί-κλουβί που το μυαλό τους φτιάχνει. Τα μάτια τους αυτό που θέλουν κοιτούν και αυτό που θέλουν βλέπουν. Αυτό που τους βολεύει να πιστεύουν θα σου προβάλουν.

Και βούτηξε τα πόδια του σε μαύρη λίμνη με μια αδιαφορία άγνωστη -για εκείνον, τόσα χρόνια- Αισθάνθηκε, χωρίς να νιώσει, τη βαριά ανατριχίλα, που πριν περιδιάβαινε κρυφή τις σκέψεις του, τώρα να ρέει σ’ όλο του το σώμα σαν παγωμένο αίμα. Αλλά δεν τον ένοιαζε.

Είναι πρωί, μόλις άρχισε να χτυπάει ο ήλιος στο μπαλκόνι. Αγουροξυπνημένος σε κοιτάζω μέσα από τη μπαλκονόπορτα. Σγουρά μαλλιά, πιο μπερδεμένα και από τη ζωή μας, φρύδια πυκνά, συνοφρυωμένα.

Το όνειρο ποτέ δεν τελειώνει τις ώρες που θες και με δικούς τους τρόπους, περιπαιχτικούς, λειτουργούν όλοι οι κόσμοι • στην φύση η ειρωνεία αποτελεί χαρακτηριστικό καπρίτσιο, στα καθημερινά μας πρόσωπα

Πάνε βράδια που δεν σε είχα ονειρευτεί. Κι’ όμως σήμερα σε ονειρεύτηκα. Και ήταν τόσο δυνατό, σαν αυτά τα όνειρα που τα αισθάνεσαι αληθινά. Αυτά που φοβάσαι να ρισκάρεις.

Ένα δύσοσμο σκαμπανέβασμα τρυπάει κάθε φορά το στήθος, το μυαλό, τα άκρα, μια τρίαινα πλήξης, δυσκολίας, άγχους, θυμού, απροόπτων και μονοτονίας, άγονων αντιθέσεων. Το μόνο που καταφέρνουν είναι την παραμέληση ενός σώματος-σάκου στην άκρη ενός ιδρωμένου σεντονιού, με τον ανεμιστήρα να τρέχει μήπως και προλάβει τις αλληλουχίες των διαθέσεων που σηκώνουν την τρίαινα.

Η ζεστή υγρασία μπήγεται σε κάθε κύτταρο, ο ήλιος σε καμένο αέρα απλώνεται, με το θολό, άρρωστο, σκεδασμένο κίτρινο να πνίγει την ανάσα, να απομυζά τον τόνο, να σε σπρώχνει σε ύπνο ζαλισμένων ονείρων.

Καταστροφικό και σωτήριο, το αίσθημα της τρέλας, που τέλος και αρχή δεν έχει. Δημιουργία, Τι είναι αυτό; Το δώρο το θαυματουργό, το αυτοκαταστροφικό, που σε κάνει να πιστεύεις να ελπίζεις να αδημονείς για κάτι…

Τρέχεις, φιγούρα μεταλλικά γκρίζα σε γκρίζο δρόμο με την επαναλαμβανόμενη κίνηση του σώματός σου ασυνείδητη πια, αυτόματη, αυτόνομη η ίδια, μία σταθερή παραγωγή κόπωσης.

Όπου κι’ αν είσαι, όπως κι’ αν είσαι στο κινούμενο κουφάρι περιστρέφονται τα όρνια της μνήμης· για να καταλαβαίνουμε, να διακρίνουμε τον χρόνο, για να πονάμε και να ζούμε, περιστρέφονται αδιάκοπα, σε καταναλώνουν όσο ακόμα αναπλάθεσαι από στιγμές νέες.

Άτιτλο Τα χρόνια βαριά σαν βροχή φθινοπωρινή πέφτουν επάνω στα χέρια θα κοιτάς αναπολείς θύμησες που τόσο γρήγορα σου ξέφυγαν και η ευχή να ήταν η μπόρα καλοκαιρινή…

Ένας μεγάλος όχλος, χαρούμενων, γελοίων χαρακτήρων της παράνοιας, βημάτιζε πάρ’ αυτά συρτά, ξύνοντας το ανύπαρκτο έδαφος, σκάβοντας νοητούς λάκκους στο ελαστικό προσωπείο μου ·

Πέμπτη, ξημέρωμα. Παρασκευή… Πάλι χάραμα μπαίνω σπίτι, ούτε σήμερα έχω την αντοχή να γράψω κάτι. Δευτέρα… Ξημερώματα και ακόμα γυρίζω σαν τα αδέσποτα στην Αθήνα, πλήρως αντιπαραγωγικός. Μόνο πηγαίνω… και όπου βγει!

Το μεσημέρι το θεωρώ το πιο νεκρό μέλος της μέρας. Προτιμώ τον πρωινό ή βραδινό ακρωτηριασμό της νύκτας, αν και με στοιχειώνει σχεδόν πάντα, τα αποκόμματά της με ακολουθούν, μέχρι να μου ξεκολλήσουν ένα ακόμη απόγευμα.

«Ένας προσπαθεί να τελειώσει τη βόλτα του». Ο ουρανός γέρνει και οι ακτίνες εκτινάσσονται μέσα στο γαλάζιο, αφήνοντας αυτό το κωνικό διάκενο μεταξύ τους, γιατί με την απόσταση, η ροή οποιασδήποτε ποσότητας αραιώνει. «Τον έφαγαν οι σκιές, δεν φαίνεται. Ο άλλος νομίζω μονολογεί από μέσα του, όταν περνούσε, χωρίς να υπάρχει κάποιος στην ευθεία του …

Συνεχίστε την ανάγνωση

Το βλέμμα βυθισμένο στο προπατορικό αμάρτημα: τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας γεύεται. Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου πέρασε πίστη κάποτε. – Κική Δημουλά, «Φωτογραφία 1948» Ένα κλικ, ένα άγγιγμα. Όποια συσκευή, όποιος τρόπος.

Η κοπέλα μου δεν απαντάει στα μηνύματα. Μου κλείνει το τηλέφωνο. Σπάω το κεφάλι μου να βρω που έφταιξα. Πετυχαίνω την μαμά της στον δρόμο. Κάπνιζε. Μα η μαμά της δεν καπνίζει.

Ζωγράφιζε κύκλους. Θα μπορούσε κάποιος να πει πως κάθε στιγμή πήγαινε να τραβήξει μια ευθεία, αλλά συνεχώς την απέφευγε με μια ελάχιστη στροφή, ώστε να περιορίσει τις σκέψεις του και τελικά να τις κλείσει σε μια ακόμη επανάληψη. Δεν μετρούσε τις φορές, απλώς συνέχιζε τη διαδικασία μέχρι να νιώσει πως έπρεπε να σταματήσει. Τίποτα δεν …

Συνεχίστε την ανάγνωση

Η τρέλα είναι το νόμισμα με το οποίο εξαγοράζεις την ζωή. Είναι ακριβώς αυτή η απόκλιση από την ουδετερότητα, που μπορεί να σώσει την συνείδησή σου, την ψυχική συνειδητοποίηση όσων σου συμβαίνουν. Είναι ίσως -ακριβέστερα- ένα θόλωμα της συνείδησης, όσο παραμένει ανθυγιεινή τρέλα. Αλλά και πάλι, αυτό το σβήσιμο από την πληροφοριακή, τακτική λογική της …

Συνεχίστε την ανάγνωση

Εφιάλτης. Όνειρο κακό, πολύ κακό, κατά τη διάρκεια ύπνου. Όνειρο ζωντανό, τόσο ζωντανό. Όνειρο μεγάλο, σε διάρκεια. Όνειρο τρομακτικό. Όνειρο απειλητικό.

Υπάρχει μια φωτιά που μου πνίγει το κεφάλι, απαλά αλείφοντας τα πορτοκαλέρυθρα της χρώματα ζεσταίνοντας το δέρμα σαν ανακουφιστικός πυρετός, σαν ερέθισμα κόκκινο, έντονα εικονικό, σχηματίζει παραστάσεις.