Έμεινα να κοιτώ τα χέρια μου. Αν ξεχνιόμουν, θα κοιτούσα γύρω, σ’ ένα «γύρω» που ένιωθα να με σβήνει. Σαν να κρατιόμουν σε μια κλωστή ολόκληρος φανταζόμουν πως γύρω μου δεν είχα το παρόν μου, αλλά ερείπια, ένα μάζεμα θραυσμάτων,

«Πάμε πάλι ξανά», είπε το ξυπνητήρι. Πάμε πάλι, είπαν οι επιταγές της μέρας και το άβολο φως του ήλιου, πάμε, είπαν, με τους «μοναδικούς» τους στριγγλίζοντες ήχους. Πάμε, γιατί τραβήχτηκαν απότομα τα όνειρα και έμεινε μόνο ο πονοκέφαλος του ύπνου.

Το δωμάτιο είναι αρκετά κλασσικό. Τέσσερα τείχη, μια γεμισμένη από αφίσες ντουλάπα, πολλά βιβλία που δεν έχω ανοίξει, λίγα CD που είχα ακούσει κάποτε και ένα κρεβάτι που έχω συνηθίσει.

Αναφέρομαι σε μια στιγμή που πέρασε ξέρεις… από εκείνες που παγώνουν για λίγο, καθώς κοντοστέκεσαι σε ένα πεζοδρόμιο, σε γεμίζουν με την παγερή τους ανατριχίλα και έπειτα σε προσπερνούν ·