Noches frutales

Κι ήρθε ο Μορφέας, χώθηκε στα κουρασμένα μάτια, 
πού να ‘ξερε ποια του καημού έχω άυπνη κατάντια.
Γλυκιά ροή ο άνεμος μέσ’ από το φουστάνι, 
τι ρίγος κι αναστάτωση στα σκέλια επάνω φθάνει…

Συνεχίστε να διαβάζετε «Noches frutales».

Ρυτίδες

Όταν με ρωτούνε φθονερά
πώς καταφέρνω να σε σκέπτομαι ακαταπαύστως 
τόσον πολύ καιρό, 
μ’ όλα τα καιρικά φαινόμενα,
τους απαντώ πως το φθινόπωρο και στις βροχές 
είναι που εντείνεται ο πόθος. 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Ρυτίδες».

Οι κλέφτες της χαράς

Τελευταία, το έχανα συνέχεια. Μια φορά, μου έπεσε ανάμεσα στην αναπάντητη -συνειδητά από τους παραλήπτες της- αλληλογραφία μου. Τόσο είχα ταραχτεί από την αγένειά τους, που εκείνο κλείστηκε μόνο του μέσα στους φακέλους με τα νοτισμένα γράμματά μου, τα οποία μου επιστρέφονταν σφραγισμένα, όπως ακριβώς τα έστειλα. Λες και απ’ την απάντηση που θα λάμβανα, περίμενα να έπαιρνε και η ζωή μου άλλη τροπή. Για όσους ακόμη αναρωτιούνται, η μη-απάντηση, είναι η πιο ξεκάθαρη απάντηση απ’ όλες! 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Οι κλέφτες της χαράς».

Οι κλέφτρες της χαράς

Τελευταία, το έχανα συνέχεια. Μια φορά, μου έπεσε ανάμεσα στην αναπάντητη -συνειδητά από τους παραλήπτες της- αλληλογραφία μου. Τόσο είχα ταραχτεί από την αγένειά τους, που εκείνο κλείστηκε μόνο του μέσα στους φακέλους με τα νοτισμένα γράμματά μου, τα οποία μου επιστρέφονταν σφραγισμένα, όπως ακριβώς τα έστειλα. Λες και απ’ την απάντηση που θα λάμβανα, περίμενα να έπαιρνε και η ζωή μου άλλη τροπή. Για όσους ακόμη αναρωτιούνται, η μη-απάντηση, είναι η πιο ξεκάθαρη απάντηση απ’ όλες! 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Οι κλέφτρες της χαράς».

Ο πλάστης μου

Στις σκιές που διψάνε για φως, τάζω ευθαρσώς τα μάτια σου.
Κάθε που αναστενάζει ο αγέρας, νοσταλγώ το στόμα σου…
Όταν σβήνει η μουσική στις παμπ, τους ζητώ να παίξουν το γέλιο σου.

Κάπου εκείνη την ώρα, σαν ξημερώνει η αρχή του τέλους και σημαίνει το
τέλος της αρχής κι ύστερα η έναρξη της συνέχειας, σ’ αγαπώ περσότερο, γιατί
τότε έχει κρύο κι ενθυμούμαι μελαγχολικά πώς είναι να ‘σαι τυλιγμένος με τη
θαλπωρή δυο χεριών που καλούνται να γίνουν κουβέρτες, από ‘κείνες τις
μάλλινες που τσιμπούν – γιατί τσούζει η επιθυμία, λένε- κι από κάτω τους
βρίσκει κανείς μ’ ανασκαφές λογιών λογιών πραμάτεια ενός ντροπαλού
ενθουσιασμού∙μουσκεμένα χαρτομάντιλα από ματόκλαδα που στάζουν
χλιαρές συγκινήσεις, λίγη λιωμένη σοκολάτα που όμως τη γλύκα των παρειών
σου – σκέτα λουκούμια!- δεν τη φθάνει, στραπατσαρισμένα του κινητού μου
ακουστικά που όλο με κατσαδιάζεις τι τα κρατώ, «γιατί», μου λες, «να σου
αρκούν αυτά, όταν μπορούμε να φλερτάρουμε υπό τον ήχο ενός πικάπ, εγώ
να… χαϊδευοδιαλέγω δίσκους για να σου αφιερώνω κι εσύ να
χαϊδευογλιστράς στην ιδρωμένη μου πλάτη;». Συζητήσιμη και η προσφορά
ενός κομψού γραμμόφωνου.
Μαζί σου έτσι έμαθα∙ όταν μπορώ να έχω τα πολλά, θα παλεύω γι’ αυτά, «κι
άσε τα λίγα για όσους λίγο τον εαυτό τους νομίζουν». Μια μέρα απόρησα γιατί
μένεις κοντά μου∙ γιατί είμαι για ‘σένα τα πολλά ή θαρρείς τον εαυτό σου λίγο;
Πάντως για ‘μένα είσαι τα πάμπολλα, τ’ ασήκωτα, τ’ αλάθητα, τ’ ανείπωτα.
Γλυκο…φυλούσα τα ονειρεμένα μυστικά μας και τα μυστικά όνειρά μας, μη
μας τ’ αρπάξει ο κατηραμένος όφις, ο Λησμονιάς, αυτός ο μίζερος γεράκος
που πέρασε μπροστά μας εκείνο το πρωινό, όταν ρουφούσες αθώα το
αναψυκτικό σου κι εγώ σε ρώτησα «Τι γεύση έχει;» και μου ‘πες «Ξέχασα».
«Κιόλας;», ξαφνιάστηκα. Και με την πιο γοητευτική αφέλεια της πλάσης, μου
γέλασες αυθόρμητα: «Μα έτσι που με κοίταξες, όλες μου οι αναμνήσεις
ντράπηκαν κι έτρεξαν να μας αδειάσουν τη γωνιά, για να φτιάξουμε καινούριες
στη θέση τους».
«-ουμε». Πόσο λατρεύω το α’ πληθυντικό, την οργασμική εκπλήρωση της
ανάγκης του «ανήκειν». Του να μου ανήκεις, του να σου ανήκω, πάντα
ελεύθερα, μα πάντα παντοτινά.
Κι όταν με ταΐζεις λαδερά κι εγώ σου λέω «Μη, θα με παχύνεις!», εσύ με με
καθησυχάζεις γλυκά μ’ ένα κάλπικο παράπονο: «Ξέρεις πόσα κιλά ευθύνης
έχω πάρει από τότε που σ’ αγαπώ;». Βαρύ φορτίο να ξέρεις πως πέρα από
το απέραντο, το άπληστο, το ευκαταφρόνητο κι απαίδευτο Εγώ σου, πολλά
ακόμη «Εγώ» εκεί έξω υπάρχουν. Κι όλα πεινούν για την πανάκριβη προσοχή
σου. Αξίζουν, όμως, να τηνε μάθουν οι άνθρωποι εκείνοι που θα πληρώσουν
αλμυρά δίδακτρα. Εσύ πια, Εσύ, μ’ ένα σου βλέμμα ξόφλησες μονομιάς.

Συνώνυμο τσ’ αγάπης μου για σε’ η ευγνωμοσύνη. Γιατί μαζί σου γνώρισα το
ωραιότερο Εγώ μου και δε φοβάμαι να σου το δίνω κάθε μέρα, σταγόνα-
σταγόνα. Γιατί με έπλασες περίτεχνα, ‘κει που ήμουν ένας άμορφος πηλός. Δε
δίστασες να λερωθούν τα κρινοδάκτυλά σου για να χτίσεις ό,τι Είμαι. Μη με
γκρεμίσεις ποτέ, άσπρο μου μαύρο. Όσες φορές κι αν σκουρύνω, βάφω τα
σφραγισμένα βλέφαρά μου με το λευκό της σκιάς σου. Ακόμη κι αυτή,
ολάνθιστο φως με πλημμυρίζει…
Σου γράφω όσο κοιμάσαι πλάι μου, να μην ταράξω την αρχοντική γαλήνη
σου, έχοντας για παρέα μου ένα ξάγρυπνο κουνούπι που ετοιμάζεται να
γευτεί την φρουτένια σάρκα σου. Το διώχνω, διότι μονάχα εγώ μπορώ να
ενωθώ με το αίμα σου κι αυτό για να σου μεταγγίσω το δικό μου. Γιατί ό,τι
κυλάει μέσα Σου, είμαι εγώ, με ε μικρό. Στο στενό αυτό σανίδι που βαφτίζουμε
κρεβάτι, στου τώρα το «ω» χωράμε άνετα, πλάστης και δημιούργημα,
σφιχταγκαλιασμένοι.

Photography credits: Kornilia H.

Η Έκτη Αδελφή | #Topic_Week

Οι πέντε αδελφές μου πολύ αγαπούν να με ανακρίνουν πού και πού, ειδικά όταν τους μαρτυρώ το μελλον. 

«Μα πώς το ξέρεις πως θα γίνει;», με ρώτησε ένα απόγιομα η Ορ και πετάρισαν τα βλέφαρά της απορημένα, στην προσπάθειά τους να ξεδιαλύνουν το μυστήριο. «Τι είδες και σε τάραξε;». 

«Τίποτε», τα μάτια μου τα σφράγισα σφιχτά όταν αποφάσισα πως δεν αντέχω την ασχήμια του κόσμου· πόσο μάλλον όσο είμαι αδύναμη να τον ομορφύνω. Εκείνη είχε μάτια μονάχα για τα κάλλη του, τ’ άλλα ούτε που τα κοιτούσε. 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Η Έκτη Αδελφή | #Topic_Week».

Στο μικροσκόπιο

Στο μικροσκόπιο
Για δες· μην… κοιτάξεις απλώς.
Σ’ ένα «κλικ» των βλεφάρων
τη στιγμή φυλάκισε,
μην την αφήσεις λάσκα ποτέ
απ’ τα δεσμά της μνήμης.


Στην αχλή της αγωνίας,
στην σιωπή της αφωνίας που
πιο ηχηρή αποδείχθηκε απ’ τον θόρυβο τον ίδιο,
βούτα λίγη λαχτάρα,
λαχτάρα για το άγνωστο,
για εκείνο που ξυπνά τον μισοκοιμισμένο φόβο μέσα σου.
Μόνο τα «ζιζάνια» εκείνα που θα τον ταρακουνήσουν
αξίζουν το εισιτήριο του συνεπιβάτη
στο φευγιό σου απ’ τη ρουτίνα σου.
Φευγιό για την εξέλιξη, ακόμη και καθοδική·
καλοδεχούμενη και τούτη,
απ’ τη στασιμότητα σαφώς προτιμότερη.
Στην πηγή αν φθάσεις,
να πιεις όπως και να ‘χει,
κι ας στάξει λάσπη τελικά.
Της περιέργειας τη δίψα
πιο ηδονικό είναι να λυτρώνεις
από εκείνη της σαρκός.


Για δες· μια μέλισσα αφράτη
κάνει ηλιοθεραπεία
στους στήμονες ενός ανθού.
Σαν σε πατητήρι,
στη γύρη θα χοροπηδήσει με τα πόδια της
και ευθαρσώς θα την απλώσει
στον ύπερο ενός άλλου λέλουδου· γονιμοποίηση.
Χαμένη παρθενία,
η γλυκυτάτη των απολεσθέντων στο βωμό των αζήτητων.
Θαρρείς πως κάνει… σιέστα ετούτη η μέλισσα,
σε ρόλο προξενήτρας.
Η ίδια μέλισσα όμως μετά,
πιστός μνηστήρας μιας βασιλίσσης πολιορκημένης,
παρασημοφορημένος κηφήνας
που εργατικά σε λίγο θα φτιάχνει
τον πόσιμο χρυσό των φτωχών,
των χειλιών καλλυντικό για ζουμερά φιλιά
ενός Αυγούστου πεινασμένου.


Δυο όψεις έχεις η ζωή, σα νόμισμα κι εκείνη,
αν σκεφτείς πως πληρώνεις μ’ αυτήν
τα διόδια της χαρμολύπης·
διασταύρωση κι από παντού αδιέξοδα μα,
πέρα από «αριστερά – δεξιά»,
έχει και «πάνω- κάτω»! Το ξέχασες;
Σάμπως με ένα φωνήεν που αλλάζει,
το φάρμακο δε γίνεται φαρμάκι;
Σαν την αγάπη, θα μου πεις.
Προθερμασμένη στους «Σε ποθώ» βαθμούς Κελσίου,
γίνεται βάλσαμο,
μα άμα τη βάλεις στη συντήρηση,
στεγνώνει σε δηλητήριο πικρό.


Μα και το παξιμάδι, πρόσεξε,
μ’ ένα «νι» λιγότερο γίνεται… μητέρα.
«Μάννα», αλλά εκ της στεριάς,
η γήινη αγκάλη της μητρός που,
όπως το παξιμάδι το λάδι απομυζά
απ’ τη σαλάτα των κρυφών ονείρων της γαστρός,
ρουφά κι εκείνη όλη την πίκρα των θυγατέρων της,
όλο το παράπονο των λεβεντών της.


Γι’ αυτό σου λέω, δες· μην… κοιτάς μόνο.
Στου βυθού τα νερά,
είν’ τα πιο δροσερά ρεύματα·
κι ας φαίνονται τα κύματα της επιφάνειας τροφαντά λουκούμια γαλανά,
με άχνη από αφρό.
Δε θα μάθεις ποτέ,
αν δε φλερτάρεις με τη μεγέθυνση…

Οι εφιάλτες, η αλήθεια μας

Μερικά πρωινά, ο ήλιος δεν ανατέλλει
και -κρυμμένος αφού είναι- ούτε δύει, εν τέλει.
Θλιμμένη η Σελήνη που εκοιμήθη μονάχη,
μυστικά ολωνών μας κουβαλάει στη ράχη

Συνειδήσεως χρέη παραμένουν ασήκωτα,
αμαρτίες και αίσχη κλειδωμένα στ’ ανείπωτα.

Συνεχίστε να διαβάζετε «Οι εφιάλτες, η αλήθεια μας».

Nature Morte

Παρθένα, από βελούδο κεντημένα χείλη,
ακουμπισμένα μονάχα απ’ τ’ απαλό αγέρι,
δεν έχουν να δαγκάσουν παρηγοριάς μαντήλι.
Τις πίκρες που γεύτηκαν, ποιος να τις ξέρει…


Παλάμες άδειες από ταίρι που δε βρήκαν,
αγνές δυο τούφες που ανεμίζουν με χάρη.
Ξεραμένα μάτια που βρεγμένα γινήκαν’
με δάκρυα, βροχή για ένα χέρσο χορτάρι.


Κλαίνε που η θάλασσα στέγνωσε πάλι,
που τα βουνά απ’ τον ήλιο καήκαν’.
Μοίρα απ’ αυτή που ‘θελαν, τους βρήκε άλλη,
τι κι αν ξημέρωσε, δε λυτρωθήκαν’…


Ματωμένο ροδοπέταλο, κεκαμμένο απ’ τη θλίψη,
πενθεί που σε κανέναν μέρες πια δεν έχει λείψει.
Ελπίδες που κρεμάστηκαν σαν πολυέλαιος,
θησαυρού κυνηγοί, αποζητούμε το έλεος.


Γλυκανάλατο φως, λερωμένο με ασβέστη,
ποιος θνητός, ποιος θεός σήμερα, άραγε, ανέστη;
Δεν ηχεί η απειλή πάντα σαν τα κανόνια,
μπορεί να ‘ρθει μια αυγή, σιωπηλή σαν τα χιόνια.


Δροσερό μου νερό, να σε πιω δεν προφταίνω,
κι ειν’ ο φόβος, θαρρώ, που ρουφά ό,τι ανασαίνω.
Πώς ν’ ανθίσει βλαστός, αν του λείπει το χώμα,
να φυτρώσει το φως, αν η φύση είν’ σε κώμα;


Κλαίει κι ο θάνατος πια που αδύναμος είναι,
μπρος στην άθλια ζωή, σ’ εκείνον πια λένε «μείνε»!
Σαπισμένα μου δέντρα, στις ρίζες σας ξαπλώνω,
έστω ως λίπασμα πια, να αξίζω να επιβιώνω

Photography Credits: Nikita

Το μοιρολόι ενός «κατάθρωπου»

Τι, μόνο άνω θρώσκει, θαρρείς, ο άνθρωπος; 

Ας πούμε ότι είμαι γάτα που διανύει την έβδομη ζωή της. Με τρίχωμα μαύρο σαν πίσσα. Μόνο έτσι εξηγείται πως κουβαλάω αμαρτίες και από τις έξι προηγούμενες ζωές μου. Τόσες, που δεν ξέρω εάν το μικρό κορμί μου με τη στραπατσαρισμένη του ουρά αντέχει πια να τις σέρνει. Κι αν υπάρχει η μετενσάρκωση, είναι κάκιστο το κάρμα μου, είναι τασάκι για στάχτες δεκατριών -πόσο πιο γρουσούζικο- πακέτων Karelia, όχι light, αλλά πιο heavy πεθαίνεις. Είμαι γάτα, λοιπόν, και περπατώ στα νύχια των ποδιών μου -αφού βολεύει πιο πολύ να κινούμαστε στα κλεφτά παρά στα φανερά- σε κατουρημένα πλακόστρωτα στενάκια. Μόνο σε τέτοια χωρά, εξάλλου, η περηφάνεια μου. 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Το μοιρολόι ενός «κατάθρωπου»».

Τι δεν βλέπω;

Πάσχω από επιλεκτική αμνησία.
Συνήθης διαταραχή και προσβάλλει κυρίως τα ίδια άτομα
που θα δουν νωρίτερα άσπρες τούφες από άλλους.
Που οι μετεωρολόγοι δε μπορούν να προβλέψουν
τις χιονοπτώσεις στην κεφαλή τους.

Συνεχίστε να διαβάζετε «Τι δεν βλέπω;».

Επίγραμμα για τη γλώσσα του σεξισμού | Women’s Week

Για την Ημέρα της… Δημιουργού, 8/3.  

    Αιδοιο-δ’ηνία    

Όταν στις κλίνες των λεξικών πάψουν οι μήτρες να γεννούν υστερίες
και η αιδώς αποκληρώσει το παιδί που έκρυψε ανάμεσα στα πόδια μας,
τότε ίσως κρυφτούν οι ταλαντωτές πεοπαλινδρομήσεων
απ’ τη σκιά των υ-πέρλ-αμπρων ωοθηκών μας.
~~~~

Συνεχίστε να διαβάζετε «Επίγραμμα για τη γλώσσα του σεξισμού | Women’s Week».

Μπαλάντα & Ελεγεία εις μνήμην του Κώστα Καρυωτάκη

Μια… wanna be μπαλάντα:

Μια σήμανση που άλλοι σου επιλέγουν
στους δρόμους που οι ίδιοι σου χαράξαν’.
Τι ειρωνεία!, πάλι σε εκλέγουν
για πόστα που πριν λίγο σου αλλάξαν’.
Να βγάλεις νέες ρίζες σε διατάξαν’,
των στίχων σου τις δόλιες ξεριζώνουν.
Την κάλπικη ηθική τους σου διδάξαν’.

Συνεχίστε να διαβάζετε «Μπαλάντα & Ελεγεία εις μνήμην του Κώστα Καρυωτάκη».

Ας πω ό,τι προλάβω | #Topic_Week

Ξύπνα! Καινούρια μέρα, μια νέα μάχη. 

Μην παραδίδεις τα όπλα· μοιάζουν που μοιάζουν παιδικές σφεντόνες μπροστά στα δικά τους. Για πρωινό τι θα φας; Ορίστε, ΦΑΕ ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ. Μελάτο, αφού μιλάμε για «αμελέτητους». 

Κι ας είναι δύσπεπτος. Και ας στριμώχνεται στου στομάχου τα τοιχώματα, όπως στριμώχνουν οι νταήδες του αθώα παλικάρια σε χαντάκια. 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Ας πω ό,τι προλάβω | #Topic_Week».

Τους ζυγούς λύσατε!

-Πάνε δυο ώρες που κλειστήκαμε στο ασανσέρ. 
Τι θα γίνει, Ηρακλή, μου λες; 

-Τι βαράς; Είναι ώρα αιχμής κι όλοι λείπουν. 
Ποιος περιμένεις να σ’ ακούσει; 

Ποιος περιμένω να μ’ ακούσει γενικά;

-Σωστά, όλοι οι γειτόνοι εργάζονται, 
μόνο εγώ νοικοκυρούλα χαρωπή. 

-Και με τι αφεντικό, και με τι μισθό! 
Ίσα ίσα προλαβαίνεις να ξεπαγώσεις το κοτόπουλο, 
μέχρι να γυρίσει η Αυτού Εξοχότης από τα έδρανα. 

Ποιος θα έρθει να ξεπαγώσει εμένα,
που παντρεύτηκα μια παγοκολόνα;
Θα θυμηθεί κανείς να με βγάλει απ’ την κατάψυξη;

-Πρέπει να ταΐσω την Ερωφίλη, 
της άφησα σαρδέλες προχτεσινές. 

Τίποτα φρέσκο, όλα μαράθηκαν ή σάπισαν.
Η μούχλα είναι μεταδοτική. 

-Ασ’ την σε ‘μένα την Ερωφίλη, θα την κανονίσω. 
Ας πάρει ο καθένας μας από μία τους…

-Αχ, Εσμεράλδα Βασιλικού, 
άλλαξες πριν φύγεις το νερό του Αχιλλέα
ή τον άφησες κι αυτόν να ψοφήσει
σαν τον Πεπίτο πέρυσι το χειμώνα στο μπαλκόνι;

-Σου έχω πει πως έχω κλειστοφοβία;
Πνίγομαι.

-Και να μην είχες, πλάι της θα αποκτούσες. 
Πόσο πια να σφίξει ο κλοιός;

-Μου λείπει η φιλόλογος που ‘χα στο λύκειο…
Είχε κι αυτή κλειστοφοβία.
Το θυμάμαι, γιατί την κλείνανε στη ντουλάπα για καζούρα
κι εγώ τους φώναζα να τη βγάλουν. 
Ήμουν ο αγαπημένος της… 
Δε νομίζω όμως, να ήταν τώρα περήφανη για ‘μένα,
αν μ’ έβλεπε σ’ αυτά τα χάλια. 

-Λογικό. Εσύ αποδείχθηκες ο χειρότερος μαθητής. 
Κατέρριψες την ετυμολογία του «συ-ζύγου». 
Είσαι μόνος σου κάτω απ’ το ζυγό, δεν τον μοιράζεσαι με κανέναν…

Και να ‘λεγα πως δεν ήξερα τι λέει το τετράποδο;
Ψέμα θα ‘ταν.  
Όσα λέει η εμπειρία, δεν τα λένε τα πτυχία…

-Σήμερα δε σκέφτηκα τι ανέκδοτο θα της πω.
Πάλι θα ‘ρθει κουρασμένη, ποιος την ακούει…

Για γελωτοποιό της, νομίζω, με θέλει.

-Σωστά νομίζεις- σ’ άκουσα. 
Το κυρίως πιάτο από εσένα, το πήρε. 
Προάχθηκε από δεσποινίδα σε κυρία.
Τώρα λιγουρεύεται τα επιδόρπια.

Αν οι προαγωγές ήταν πεταλούδες, 
θα έπαιρνε μια απόχη να τις καβαντζώσει όλες.

Κύριε Βασιλικέ, εσείς είστε μέσα; 
Μόλις ήρθα κι άκουσα φωνές.
Θα καλέσω την πυροσβεστική.

-Κύριος Ποντίκης. Είμαι απλώς ο κύριος Ποντίκης… 

Και τραβάω την ουρά μου απ’ τη φάκα.
Μόλις… αποφυλακιστήκαμε με τον Ηρακλή, 
του έβγαλα το λουρί του. 
Θα το πετάξω το βράδυ. 
Ίσως μπορέσω, μαζί με το δικό του, 
να πετάξω και το δικό μου. 
Κι όχι στην ανακύκλωση. 

Photo Credits: George Dragas

Βικτώρια

Αφιερωμένο στη μητέρα μου, ιατρό της πρώτης γραμμής της μάχης με τον κορωνοϊό, για την ονομαστική της εορτή (11/11). 

Βικτώρια, Βικτώρια
που όνομα ομορφότερο
-ηλίου φαεινότερο-
στην πλάση άλλος κανείς! 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Βικτώρια».

Ταξί! Ταξί!

Σε κατακλέβει. Κρατάει ρέστα για την πάρτη του. Δεν είναι το ρημάδι το εικοσάλεπτο που σου λείπει τόσο απεγνωσμένα απ’ την τσέπη, αλλά θες ο άλλος να σου φερθεί επαγγελματικά και να μη σε εκμεταλλεύεται στρογγυλοποιώντας την ταρίφα, ούτε να κάνει κύκλους επίτηδες για μια διαδρομή που είναι καθαρή ευθεία έτσι ώστε να κερδίσει χρόνο -άρα χρήμα.

Συνεχίστε να διαβάζετε «Ταξί! Ταξί!».

Μη σηκωθείς

«Εγέρθουτου».
Η πρώτη εντολή, τύπος γραμματικά ανύπαρκτος στις βιβλιογραφίες.
«Εγέρθητι».
Η δεύτερη εντολή, β’ ενικό πρόσωπο προστακτικής αορίστου του ρήματος «εγείρομαι».
«Εγέρθητε», β’ πληθυντικό, θα ήταν το «σωστό» παράγγελμα των ποδοκίνητων δηλητηριωδών ερπετών που
απ’ τη λαχτάρα τους για τη γλώσσα τη γερμανική,
ξεχάσανε τη μητρική ελληνική τους…

Συνεχίστε να διαβάζετε «Μη σηκωθείς».

Τι όρισε η φύση τελικά; | #Topic_Week

Δεν υπάρχουν φύλα στην αγάπη.
Μονάχα «φίλα» και από δίπλα ένα «με». 
Ή φύλλα. 
Ενός τετραδίου νοτισμένου με δάκρυα ή αρώματα που σαν τα κύματα την άμμο και τα βότσαλα, έτσι κι αυτά, σκεπάζουν προστατευτικά, σκόρπια γράμματα και συγκινήσεις. 
Δε χωρά η βία στην αγάπη. 

Συνεχίστε να διαβάζετε «Τι όρισε η φύση τελικά; | #Topic_Week».