Θερινά ραντεβού.

Πετάχτηκε απότομα και άρχισε να αναπνέει δυνατά. Το κορμί του είχε ιδρώσει ολόκληρο παρά το κλιματιστικό που είχε μετατρέψει το σκοτεινό δωμάτιο σε ψυγείο. Τα μάτια του σάρωσαν βιαστικά όλο το δωμάτιο και η αναπνοή του ηρέμησε μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι δεν ήταν κανείς εκεί. Αναστέναξε με έντονη δυσφορία και με μια γκριμάτσα απέχθειας βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο μπάνιο. Κοίταξε λίγο το πρόσωπό του στον καθρέφτη, παρά τις ατελείωτες ώρες στις παραλίες και τον ήλιο δεν είχε κοκκινίσει το δέρμα του, ίσως μόνο λίγο στην μύτη, σίγουρα θα το θυμόταν την επόμενη φορά που θα έβαζε αντηλιακό. Έπλυνε τα δόντια του και κατούρησε βαριεστημένα, ήλπιζε ο Μανώλης να έχει ξυπνήσει και να είχε φτιάξει καφέ, ίσως αυτό βοηθούσε με τον πονοκέφαλο. Δεν θυμόταν πόσο είχαν πιει το προηγούμενο βράδυ αλλά τα σφυριά που χτυπούσαν στους κροτάφους με κάθε βήμα του μπορούσαν να του δώσουν μια ιδέα.

Βρήκε τον Μανώλη αγκαλιά με την κατάκτηση της προηγούμενης ημέρας στον καναπέ, ευτυχώς με ένα σεντόνι να τους σκεπάζει, μάλλον έπρεπε να τους είχε αφήσει να κοιμηθούν μέσα, πιθανότατα το είχε ξεχάσει. Έφτιαξε καφέ για τέσσερις και πήγε στην βεράντα με δύο κούπες, κοίταξε το ρολόι και κατάλαβε ότι είχε ξυπνήσει πολύ νωρίς, είχε αρκετές ώρες ηρεμίας μπροστά του. Ξεδιάλεξε από την στοίβα με τις αθλητικές εφημερίδες, τα best seller που είχαν αγοράσει από το κέντρο τύπου του νησιού και τις ποιητικές συλλογές που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να διαβάσει ένα μικρό, χιλιοτσακισμένο και ηλιοκαμένο βιβλιαράκι, «βρώμικος κόσμος». Πρώτη ξύπνησε εκείνη, ήταν γυμνόστηθη και δεν είχε παρατηρήσει τον Πέτρο που διάβαζε στη βεράντα. Βγήκε ανέμελη να πάρει αέρα και φώναξε τρομαγμένη όταν παρατήρησε τα πόδια του απλωμένα πάνω στο τραπέζι. Εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από το βιβλίο, περισσότερο από απέχθεια προς αυτό που θα αντίκριζε και λιγότερο από αφοσίωση είπε απότομα «καλημέρα και σε σένα, έχει καφέ μέσα και μπορείς να πάρεις μια μπλούζα από το δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου, επίσης πήγαινε να τον ξυπνήσεις σε ένα μισάωρο. Θα κατέβω στο κέντρο να πάρω εφημερίδα και καφέ, θέλεις κάτι;». Τον κοίταζε ακόμα με γουρλωμένα μάτια αλλά κατάφερε να αρθρώσει: «Ό-όχι ευχαριστώ πολύ».

Γύρισε εκνευρισμένος και την κοίταξε στα μάτια «Τι καφέ θέλεις; Θα πάρω και για τον Μανώλη, οπότε λέγε», εκείνη γύρισε ενστικτωδώς από την άλλη και κάλυψε με τα χέρια της το στήθος της «Εεε… Έναν freddo espresso γλυκό με μαύρη ζάχαρη, αν σου είναι εύκολο, ευχαριστώ πάρα πολύ». Δεν θυμόταν αυτόν τον περίεργο τύπο από το προηγούμενο βράδυ και ήταν σίγουρη ότι δεν είχε πιει τόσο. Ο Πέτρος σηκώθηκε εκνευρισμένος από την καρέκλα του και μέσα σε δύο λεπτά κοπάναγε την πόρτα της εξόδου, μήπως ξυπνήσει ο φίλος του να ευχαριστηθεί το χρόνο που θα είχε μόνος του το σπίτι.

Οδηγούσε νευρικά μέχρι να φτάσει το κέντρο του νησιού και εκεί ακολούθησε τη γνωστή διαδρομή, κέντρο τύπου- φαρμακείο- καφετέρια- κάβα. Στις τρεις πρώτες στάσεις ήταν βιαστικός και τυπικός αλλά όταν μπήκε στην κάβα το ανοιχτό χαμόγελο της Αριάδνης στο ταμείο τον ηρέμησε. «Καλημέρα, Πέτρο» του είπε τραγουδιστά, «Τι τραβάει σήμερα η όρεξή σου;». Ο Πέτρος ενστικτωδώς κάλυψε με την σακούλα του φαρμακείου την εφημερίδα του Ολυμπιακού και χαμογέλασε αδέξια στην κομψή φιγούρα στην είσοδο του μαγαζιού.

«Καλημέρα, Αριάδνη, νομίζω σήμερα θα κινηθούμε σε γνωστά μονοπάτια» είπε καθώς πήγαινε αυτόματα προς το ράφι με το ουίσκι, πήρε τα δύο δυνατότερα που μπόρεσε να βρει στο φτωχό κατάλογο της κάβας και κινήθηκε προς το μαύρο ρούμι, «Αφού δεν του έδωσα το δωμάτιο χθες ας του πάρω τουλάχιστον το ποτό του» σκέφτηκε. Καθώς άδειαζε το καλάθι του στο ταμείο, η Αριάδνη τού είπε με γνήσιο ενδιαφέρον «Τι έχει σήμερα το πρόγραμμα; Μάλλον θα κάτσετε σπίτι για να παίρνεις τόσα πράγματα… Γιατί δεν βγαίνετε έξω το βράδυ;». Ο Πέτρος δεν έσπασε το άτσαλο σπάνιο χαμόγελό του ούτε όταν απαντούσε «Σήμερα είναι Δευτέρα, βρε. Κάθε Δευτέρα είναι κλειστό το μπαρ μας, οπότε θα πρέπει να αρκεστούμε στη βεράντα μου». Την είχαν πετύχει πολλές φορές με τις φίλες της σε αυτό το μπαρ αλλά καμία δεν είχε βρει τον Πέτρο αρκετά μεθυσμένο ώστε να της μιλήσει και εκτός της κάβας. Όσο πλήρωνε, την κοίταξε στα μάτια και παρατήρησε να γυαλίζει κάτι κάτω από τα βλέφαρά της.

«Νομίζω έχεις κάτι κάτω από τα μάτια σου, γυαλίζει αρκετά, μάλλον έπεσε κάτι πάνω» της είπε ήρεμος αν και είχε παρατηρήσει εδώ και καιρό ότι σπάνια βαφόταν. Η Αριάδνη σάστισε λίγο από το σχόλιο του δυσπρόσιτου και τυπικού θαμώνα. Συνήθως έδινε μια απάντηση όποτε ψώνιζε και ποτέ δεν της είχε μιλήσει εκτός δουλειάς ακόμα και όταν γέλαγε χαλαρός με το φίλο του. Είχε καταλάβει ότι ήταν πολύ δήθεν . Το σχόλιό του, λοιπόν, ήταν απροσδόκητο και ξαφνικά θέλησε να δει πώς θα αντιδρούσε στην απάντησή της. Γέλασε αμήχανα και ξεστόμισε «όχι δεν έχει πέσει κάτι, απλώς δοκίμασα ένα νέο καλλυντικό με γκλίττερ, και μάλλον έβαλα παραπάνω από όσο έπρεπε». Είπε στον εαυτό της να θυμηθεί να πάει στον καθρέφτη μετά, να κοιτάξει αν όντως είχε βάλει παραπάνω.

Ο Πέτρος ένιωσε άβολα για την βλακεία που κατάλαβε ότι πέταξε, έβρισε χυδαία τον εαυτό του νοερά, μάζεψε τα ψώνια, ευχαρίστησε αφότου απολογήθηκε για το λάθος του και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

«Πάντως έχει μια ωραία ταινία σήμερα σε ένα από τα θερινά. Μου είπε μια φίλη μου που δουλεύει εκεί ότι είναι νέα κυκλοφορία, σκεφτείτε το αντί για το μπαρ». Ο βηματισμός του Πέτρου σταμάτησε και γύρισε και την κοίταξε. «Αυτό ακούγεται πολύ ενδιαφέρον, εγώ μάλλον θα πάω τότε. Απλώς ο Μανώλης δεν είναι οπαδός των θερινών σινεμά, οπότε υποθέτω θα κάτσει σπίτι» είπε χρωματίζοντας την φωνή του ζεστά. Οτιδήποτε είχε πει σε αυτή την πρόταση ήταν ψέμα, ήξερε ήδη από το διαδίκτυο για την προβολή και η ταινία του είχε φανεί μια χαζή ρομαντική κωμωδία. Ο Μανώλης λάτρευε τα θερινά σινεμά σε αντίθεση με εκείνον που τα μισούσε για τα κουνούπια, τις άβολες καρέκλες και τις γάτες που τον περιτριγύριζαν. «Σε ποιο παίζεται;» ρώτησε με προσποιητό ενδιαφέρον, η Αριάδνη έκπληκτη από το ξαφνικό ενδιαφέρον του άργησε κάπως να απαντήσει. «Στο Ακρογιάλι στις 21:00» του είπε με κάποιον δισταγμό, καθώς μπέρδευε τα ονόματα των δύο θερινών σινεμά των νησιών, «Θα πάω και εγώ μάλλον αφού σχολάσω» πρόσθεσε χωρίς να το έχει πολυσκεφτεί. Ο Πέτρος την κοίταξε από την άκρη της πόρτας στα μάτια και χαμογέλασε στραβά «Τέλεια, θα σε δω εκεί». Φυσικά το Ακρογιάλι ήταν αυτό με τις περισσότερες γάτες…

Ξυρίστηκε βιαστικά, βούρτσισε δυνατά τα δόντια του και ήλπιζε από μέσα του να μην είναι τόσο βλάκας και η Αριάδνη να έχει παρέα στο σινεμά. Έβαλε ένα από τα ελάχιστα καθαρά πουκάμισά του και μια χιλιοφορεμένη μπεζ βερμούδα. «Μαλάκα, πάω σινεμά, μην τελειώσεις τα μπουκάλια σήμερα είναι για όλη την εβδομάδα. Α! Κοιμήσου στο δωμάτιο με το air condition, χθες ξέχασα να σου το πω». Ο Μανώλης βρεγμένος ακόμα από το απογευματινό του μπάνιο στέγνωνε στη βεράντα και διάβαζε με περίσσεια ενδιαφέροντος για τα σχέδια του προπονητή για την εντεκάδα της επόμενης χρονιάς, «Είσαι αδερφός, ρε μαλάκα… Και να σου πω, ελπίζω να αξίζει τα φταρνίσματα η τύπισσα». Ο Πέτρος έβαλε κολόνια, πήγε προς τη βεράντα, έγειρε πάνω από τον καθισμένο φίλο του και κοίταξε την εφημερίδα, «Θα κάνουμε τίποτα φέτος ή πάλι θα πάρουν τη φανέλα σπίτι τους τα βύσματα;», εκείνος δεν ύψωσε καν το βλέμμα του και του είπε: «Φέτος είναι η χρονιά μας, ρε. Άντε, θα αργήσεις». Ο Πέτρος κοίταξε το ρολόι του και συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βιαστεί. Πήρε δύο πακέτα χαρτομάντηλα στην τσέπη της βερμούδας και ήπιε μια γερή γουλιά από το φρέσκο ουίσκι για δύναμη.

Έφτασε αρκετά νωρίτερα από την έναρξη της προβολής και έμεινε να περιμένει την χαρμόσυνη ξανθιά φιγούρα να εμφανιστεί. Όταν εμφανίστηκε, εν τέλει, δύο λεπτά πριν την προβολή, τον εντυπωσίασε. Φορούσε ένα λουλουδάτο φαρδύ φόρεμα και τα ξανθιά της μαλλιά δεν ήταν πιασμένο όπως συνήθως αλλά ξάπλωναν στους γυμνούς ώμους της. Το καλύτερο, βέβαια, για εκείνον ήταν ότι ήταν μόνη. Της φαινόταν διαφορετικός με το φως της νύχτας, πιο προσιτός, λιγότερο τυπικός και το μαύρο μαλλί του που άλλοτε ήταν χαώδες τώρα φαινόταν ανέμελο. Της άρεσε η εικόνα του με το πουκάμισο περισσότερο από όσο περίμενε, δεν τον είχε προσέξει και ιδιαίτερα στην κάβα μάλλον. «Πάμε να μπούμε; Συγγνώμη που άργησα» τον ρώτησε ελπίζοντας ότι δεν θα είχε πείσει και τον φίλο του να έρθει μαζί. «Ναι, φυσικά. Αν και δύο είμαστε δεν θα δυσκολευτούμε να βρούμε να κάτσουμε» της είπε για να απαντήσει στην ερώτηση που και οι δύο δείλιαζαν να ξεστομίσουν. «Ίσως να αξίζουν τα φταρνίσματα για 90 λεπτά», σκέφτηκε ο Πέτρος από μέσα του καθώς καθόντουσαν απέναντι στις δύο μεριές ενός μικρού στρογγυλού τραπεζιού.

Όσο έστρωνε το φόρεμά της πριν κάτσει προσπαθούσε να θυμηθεί αν έχει ρεπό αύριο μήπως βγούνε για ποτό μετά, αν φυσικά της το ζητούσε. Ευτυχώς είχε. Αν αυτό το ήξερε ο Πέτρος ίσως μείωνε και την επικείμενη δυσφορία κάθε φορά που πέρναγε ανάμεσα από τα πόδια του μια γάτα τα επόμενα 84 (χωρίς τους τίτλους τέλους, αφού στο τελευταίο καρέ πετάχτηκαν και οι δύο πάνω βιαστικά) λεπτά…


Σίσυφος

Photography credits: Despina Niki


 

 

 

 

 

 

 

©Σίσυφος, Topicap 16/4/20

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s